Μαΐου 31, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο

“Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ” ΤΗΣ ΓΟΥΣΤΙΝΕ ΝΤΕΛ ΚΟΡΤΕ / ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΤΙΤΙΚΑ ΣΑΡΙΓΚΟΥΛΗ, ΕΦΗ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
- Ο Δυτικός κανόνας
- Η ΑΥΓΗ: 31/05/2009
- Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ
“Ο εφιάλτης της Ευτυχίας” ονομάζεται το έργο, της Γουστίνε ντελ Κόρτε, μεξικανικής καταγωγής, που ζει και κάνει καριέρα στη Γερμανία. Μέσα από σύντομες ιστορίες με χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους, το έργο αφηγείται την οδυνηρή περιπέτεια του “μικρού” σύγχρονου ανθρώπου, που πίστεψε στις επαγγελίες της Δύσης για την έλευση, μέσω της εδραίωσης του ορθού λόγου, μιας παγκόσμιας ευτυχίας, μοιρασμένης δίκαια σε όλους τους ανθρώπους. Για να διαπιστώσει σήμερα με απελπισία ότι στο μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο δεν είχε προβλεφθεί θέση για τους νικημένους, και για όσους είχαν την ατυχία να μείνουν εκτός της ιστορίας.
Το κυνήγι μιας άπιαστης, ιδανικής απόλυτης, ευτυχίας (παράδεισος), μια ιδέα που καλλιέργησε η Δύση, κατέληξε να γίνει μόνιμος εφιάλτης των “κυνηγών” της. Όταν, στο όνομα της καθαρής ορθολογικότητας (που αποκτά νόημα μόνο μέσα στη βιωμένη εμπειρία), βιαζόμαστε (και με τις δύο έννοιες του όρου) ν’ απωθήσουμε το ιστορικό μας φορτίο της οδύνης, του θανάτου του πένθους και της απώλειας. Αδυνατώντας έτσι να διαχειριστούμε ατομικά και συλλογικά το πένθος.
Οι παραδοσιακές κοινωνίες διέθεταν τρόπους, τελετουργικούς ή άλλους, για να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Εντύπωση μου κάνει πάντως, ότι το έργο της Ντελ Κόρτε, όπως παραστάθηκε στο “Εθνικό” σε μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα και της Μαρίας Μαντή, είναι ολόκληρο ιδωμένο κάτω απ’ τη σκοπιά του “διαφωτισμένου” κομματιού της σύγχρονης σκέψης. Βλέπει, διαπιστώνει, εκθέτει το αδιέξοδο του εγκλεισμού του ανθρώπου στην υποκειμενικότητα της επιθυμίας, αλλά μένει εκεί. Δεν προτείνει κάτι, δεν προσφέρει στον εξαντλημένο εξασθενημένο δυτικό λόγο, έναν αντίλογο.
Η συγγραφέας, αν και προέρχεται από έναν άλλο, “διαφορετικό” πολιτισμό (Μεξικό), που έχει διατηρήσει εν μέρει τη σχέση του με το σκοτεινό, το ανέλεγκτο και το ονειρικό, μια φάση πολιτισμού, που ίσως αντιστοιχεί σε ένα πρώιμο, “παιδικό” στάδιο ανάπτυξης του ανθρώπου, στο οποίο μπορούν ακόμη οι επιθυμίες ν’ αναδύονται ελεύθερα σε αναφορά προς μια “παραδείσια” κατάσταση, δεν μπολιάζει, παρά ταύτα, το έργο της με ανάλογα βιωματικά στοιχεία. Το έργο που παρακολουθήσαμε δεν είναι μια κάθετη μυητική καταβύθιση στο “άλλο” της ύπαρξης, αλλά μια ψύχραιμη, οριζόντια, σχεδόν λογιστική καταμέτρηση κερδών και ζημιών του “νεωτερικού” φαινομένου, πάντα με τον απαράβατο ορθολογικό δυτικό κανόνα. Έστω.
Η σκηνοθεσία του Χουβαρδά προσεγγίζει το έργο κάτω από μια γωνία διανοούμενη – αναλυτική και υπό το πρίσμα πρόσφατων σχετικά θεωρητικών αναζητήσεων για την πρωτογενώς μιμητική φύση της ανθρώπινης επιθυμίας. Ξεκινά μάλλον από ένα προχωρημένο φυλάκιο της σύγχρονης ψυχανάλυσης, η οποία βλέπει την επιθυμία σαν μίμηση της επιθυμίας ενός άλλου. Όπου, η “επιθυμία που επιθυμεί” (το φαντασιακό) έχει πάντα θεατρικό χαρακτήρα, είναι μια παράσταση, και το “πραγματικό” δεν υπάρχει (δεν εμφιλοχωρεί) πριν απ’ τη θεατρική του αναπαράσταση.
Σε συνέπεια με τα πιο πάνω, χρησιμοποιώντας το έργο ως όχημα ο Χουβαρδάς έστησε μια παράσταση του φαντασιακού – επιθυμητικού, μέσα και επάνω στην (πραγματική) θεατρική αναπαράστασή του στη σκηνή. Θα έλεγα, κάτι σαν: “Πάθη και μεταμορφώσεις του (επιθυμούντος) σώματος του ηθοποιού, κάτω από την τυραννία (της επιθυμίας) του σκηνοθέτη…”. Μια άποψη ριψοκίνδυνη αλλά διαποτισμένη, ευτυχώς με αρκετό χιούμορ. Η αποθέωση αυτής της θεατρικότητας για τη θεατρικότητα, και της φόρμας για τη φόρμα, δεν ξέρω πόσο κοντά μας έφερε στην ουσία ενός γόνιμου, σύγχρονου προβληματισμού για τον ρόλο του θεάτρου σήμερα.
Ήταν όμως αρκετά διασκεδαστική με μουσικούς, χορευτικούς ρυθμούς, μονταρισμένη πάνω σε μια γνωστή μπαλάντα του Μπομπ Ντίλαν (μουσική διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου), με εναλλαγές κεντρικών – περιφερειακών ρόλων, με προσοχή στις λεπτομέρειες με δουλεμένους ρόλους, και κυρίως με έντονο πηγαίο αυτοσαρκασμό, σ’ όλα τα επίπεδα. Χάρις στον διαβολικό οίστρο του Δημήτρη Λιγνάδη που επωμίζεται τον κύριο ρόλο του σκηνοθέτη – διαμεσολαβητή της “επιθυμίας που επιθυμεί”, αλλά και στο αμέριστο κέφι των άλλων ηθοποιών.
Αναφέρω πρώτες τις έξοχες “ντίβες” Έφη Παπαθεοδώρου και Τιτίκα Σαριγκούλη. Τον θαυμάσιο “κομπέρ” του Γιώργου Γλάστρα και τον επιγραμματικό “κλόουν” της Κόρας Καρβούνη. Την επική “καλβική”, Λουκία Μιχαλοπούλου. Τη λυρική, “σολωμική”, Στεφανία Γουλιώτη. Την Ηλέκτρα Νικολούζου, με έντονο σκηνικό αποτύπωμα – στίγμα. Την ανεπίληπτη σωματικότητα της Αλεξάνδρας Αϊδίνη. Τη σκηνική σοφία της Θέμιδας Μπαζάκα. Την ήρεμη πείρα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη.
Τη σταθερή, παυσίλυπη παρουσία της Όλγας Δαμάνη. Τη σπιρτόζα Ελένη Κοκκίδου. Την εξελισσόμενη “ενζενύ” Λουίζα Κωστούλα. Επίσης, μεστοί από “επιθυμητικό” με υποκριτική βούληση έως βουλιμία, οι Σωκράτης Πατσίκας, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Μάκης Παπαδημητρίου, Λούσιο Βίκτορ Δίας και Χ.Ε. Χατανάκα. Τα θεαματικά κοστούμια είναι της Κάτριν Κρουμπαϊν και οι θεματικοί φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου.



Πρόσφατα σχόλια