«Ο αμπιγέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ στο θέατρο Κάππα
Μαρτίου 28, 2010 Γράψτε ένα σχόλιο
Οσο υπάρχει ο Νόρμαν
«Ο αμπιγέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ στο θέατρο Κάππα, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη
- ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010
Αν κάποτε έκαιγε η φλόγα του πάθους στο βλέμμα του, αυτή τώρα τρεμοσβήνει. Το σώμα έχει εξασθενήσει, η μνήμη υποχωρεί, οι δυνάμεις χάνονται.«Ο βασιλιάς πεθαίνει» θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του έργου, μόνο που ο Σερ δεν υπήρξε βασιλιάς. Ούτε καν σερ χρίστηκε ποτέ, όπως μαθαίνουμε στην πορεία. Του έμεινε όμως το παρατσούκλι που υιοθέτησε ο θίασος προκειμένου να συντηρήσουν την ψευδαίσθηση του αφεντικού τους.
Το τρίτο κουδούνι της κατάρρευσης χτυπάει από την πρώτη στιγμή. Το άνοιγμα της αυλαίας βρίσκει τον προσωπικό του αμπιγέρ, τον Νόρμαν, σε πανικό και τη σύζυγό του, τη Λαίδη, να οδύρεται: ο άντρας της είναι στο νοσοκομείο. Εκεί κατέληξε προ ολίγων ωρών, όταν τον μάζεψαν από την πλατεία της αγοράς, όπου εθεάθη να κυκλοφορεί ολόγυμνος και σαλεμένος. Σαν άλλος βασιλιάς Λιρ, έχασε και αυτός τα λογικά του. Ο ρόλος πότισε: όταν αποτρελαίνεσαι κάθε βράδυ πάνω στη σκηνή, δεν θέλει και πολύ να χάσεις τον έλεγχο στην πραγματικότητα.
«Τι ηθοποιός!» θα σκεφθούμε με συμπόνια αλλά και δέος. Δόθηκε τόσο πολύ, τόσο ολοκληρωτικά στον σαιξπηρικό ήρωα που υποδύεται ώστε ταυτίστηκε μαζί του. Εγινε ο Λιρ και πλήρωσε το τίμημα. Στον βωμό της υποκριτικής θυσίασε την υγεία του. Σε όλο σχεδόν το πρώτο μέρος ο συγγραφέας μάς αφήνει να πιστέψουμε στο ανάστημα του Σερ. Ακόμη κι αν ξεχνάει τα λόγια του, ακόμη κι αν χρειάζεται ντάντεμα από τον αμπιγέρ του για να βγει στη σκηνή, ο ηλικιωμένος πρωταγωνιστής δεν το βάζει κάτω. Δραπετεύει από το νοσοκομείο μόνο και μόνο για να μη χάσει τη βραδινή παράσταση. Τhe show must go on, ακόμη κι αν ο σόουμαν είναι ράκος. Ακόμη κι αν διαμαρτύρεται για τις «μπογιές» που πρέπει να βάζει στο πρόσωπό του, ακόμη κι αν δηλώνει πως κουράστηκε να ξεγυμνώνει κάθε βράδυ την ψυχή του ή αποκαλεί εμάς τους θεατές ζώα: «Τα σιχαίνομαι αυτά τα γουρούνια», όπως μας χαρακτηρίζει.
Σιγά σιγά θα συλλέξουμε τα κομμάτια του παζλ. Η Λαίδη θα ενισχύσει τους χειρότερους φόβους μας: «Πότε θα το πάρεις απόφαση; Δεν είσαι παρά ένας τριτοκλασάτος ηθοποιός που περιοδεύει με έναν κάκιστο θίασο. Δεν πρόκειται ποτέ η βασίλισσα να σε κάνει σερ. Δεν γνωρίζει καν ότι υπάρχεις. Κι εγώ δεν αντέχω άλλο να σε ακολουθώ! Παράτα τα!» θα του φωνάξει αγανακτισμένη στην αρχή του δεύτερου μέρους. Ο άνδρας της αρνείται να την ακούσει. Οχι, δεν πρόκειται να σταματήσει και, αν όλοι είναι εναντίον του, αυτός έχει στο πλευρό του τον πιο ισχυρό σύμμαχο: τον αμπιγέρ του. Οσο υπάρχει ο Νόρμαν όλα είναι καλά, όλα βρίσκουν και ξαναβρίσκουν τον ρυθμό τους. Η ψευδαίσθηση μπορεί να ξεδιπλώνεται επ΄ άπειρον. Τι κι αν ο Σερ είναι ένας εγωιστής θεατρίνος, βυθισμένος στη ματαιοδοξία του; Ο Νόρμαν φροντίζει να τον κρατάει σε φόρμα: όχι στο πεδίο των ανθρώπινων σχέσεων αλλά στη σαιξπηρική αρένα.
Και αυτή δεν είναι εύκολη δουλειά: ο αμπιγέρ προστατεύει τον Σερ από τις εισβολές ανεπιθύμητων στο καμαρίνι του, τον ανεβάζει ψυχολογικά, τον κακομαθαίνει ικανοποιώντας κάθε επιθυμία του, υπομένοντας κάθε καπρίτσιο του, κάνει τον κλόουν, κάνει τον αφελή, θα μπορούσαμε να πούμε πως κάνει τον Τρελό του Λιρ, μόνο που αυτός εδώ δεν λέει αλήθειες στον βασιλιά του, του λέει μόνο όσα αποζητά να ακούσει: πόσο σπουδαίος, πόσο καταπληκτικός, πόσο ανυπέρβλητος είναι στην τέχνη της υποκριτικής. Ο Σερ, όπως κάθε ηθοποιός, είναι ικανός για τα χειρότερα αλλά και για τα καλύτερα· ο Νόρμαν ξέρει να εστιάζει στα δεύτερα. Εστω κι αν χρειάζεται κάθε φορά να ανεβάσει ολόκληρη παράσταση για να το καταφέρει: γιατί και αυτός στο επάγγελμα του αμπιγέρ έχει βρει τον ρόλο, την αποστολή της ζωής του. Και είναι πραγματικά έξοχος ερμηνευτής. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής των παρασκηνίων. Μπορεί να μην εισπράττει ποτέ χειροκρότημα, μπορεί ο άνθρωπος στον οποίο έχει αφιερωθεί να μην τον έχει βγάλει ποτέ έξω για ένα ποτό, όπως παραπονιέται, αλλά ο αμπιγέρ δεν δίνει τόση σημασία. «Απελπισμένος, εγώ απελπισμένος; Ποτέ εδώ μέσα! Εδώ μέσα είναι μεγαλείο! Εδώ είναι η άνοιξη και το καλοκαίρι. Εδώ δεν αισθάνεσαι ποτέ μόνος».
Λίγα δευτερόλεπτα πριν από τον θάνατο του Σερ ο αμπιγέρ ανακαλύπτει έξαλλος πως ο νεκρός δεν είχε μπει καν στον κόπο να του κάνει μια αφιέρωση στην (ανολοκλήρωτη) βιογραφία του. Το ξέσπασμά του δικαιολογημένο, δεν αργεί όμως να καταλαγιάσει σε ομολογία αγάπης και να καταλήξει σε προοπτική τρόμου: «Τώρα εγώ τι θ΄ απογίνω;».
Αν και βεβαρημένο με μερικά παλιομοδίτικα, μελοδραματικά στοιχεία- ο γυμνωμένος Λιρ στους δρόμους αγγλικής επαρχιακής πόλης, με τις βόμβες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου να σφυρίζουν γύρω του, ή ο αφοσιωμένος μοναχικός γκέι αμπιγέρ-, το έργο γοητεύει άνετα ως τρυφερή σάτιρα του θεατρικού κόσμου αλλά και ως διαπεραστική ματιά σε κάθε είδους σχέση αλληλεξάρτησης φωτίζοντας ολόκληρο το πλέγμα προσδοκίας και προδοσίας που τείνει να βασανίζει τους εμπλεκομένους.
Ο Νίκος Μαστοράκης επένδυσε στην κωμική φλέβα του κειμένου και παρέκαμψε έτσι πολλούς κινδύνους. Εστησε μια παράσταση ανάλαφρη, συμπαθητική, που ξεκινάει με βραδύ βηματισμό αλλά αναπτερώνεται σημαντικά στο δεύτερο μέρος. Μια παράσταση που προσφέρει ουσιαστικά ένα two-men show- οι υπόλοιποι ηθοποιοί εξάλλου δεν κάνουν ιδιαίτερη αίσθηση. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου ενσαρκώνει τον Σερ με τις απαραίτητες δόσεις αυτοσαρκασμού και ναρκισσισμού. Ο Χρήστος Στέργιογλου φιλοτεχνεί έναν αμπιγέρ-διασκεδαστή που προβάλλει απολαυστικός αρχικά, στην πορεία όμως «κάθεται» και παγιώνεται σε καρικατούρα. Θα μπορούσε νομίζω περισσότερα…
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=68&artId=322701&dt=28/03/2010#ixzz0jT0Zrdtj
Πρόσφατα σχόλια