Γεραρδος Χαουπτμαν “Οι αρουραίοι”
Ιουλίου 26, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο
-
Δράμα μεταξύ φυσικής και θετής μάνας σε λούμπεν πλαίσιο
-
Το… ημικύκλιο με την κιμωλία
-
Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26/07/2009
-
Γεραρδος Χαουπτμαν “Οι αρουραίοι”, σκην.: Μίκαελ Τάλχαϊμερ. Θέατρο: Γερμανικό Θέατρο Βερολίνου (Φεστιβάλ Αθηνών, Πειραιώς 260)
Ο προμπρεχτικός Γεράρδος Χάουπτμαν (1862 – 1946, Νομπέλ 1912) θεωρείται μαζί με τον Ζούντερμαν, τον οποίο όμως επεσκίασε, ο κορυφαίος, μετά τους Γιοχάνες Σλαφ και Αρνο Χολτς, Γερμανός ποιητής και δραματουργός της νατουραλιστικής σχολής. Αφού περιπλανήθηκε από τη γεωπονία, στη γλυπτική και τη ζωγραφική για να στραφεί αργότερα στην ιστορία και τη φιλοσοφία, το 1885 βρήκε τον αληθινό προορισμό του με το επικό ποίημα «Η μοίρα του Προμηθέως», κατά το υπόδειγμα του «Child Harold» του Μπάιρον. Το ρεαλιστικό του διήγημα «Ο σιδηροδρομικός φύλακας Τιλ» υπήρξε η γενόμενη ενθουσιωδώς δεκτή επανάστασή του ως προς την ωμή απεικόνιση της πραγματικότητας. Στην ίδια γραμμή ακολούθησαν οι πασίγνωστοι φιλεργατικοί, σοσιαλιστικοί «Υφαντές», όπου για πρώτη φορά πρωταγωνιστεί το ανώνυμο πλήθος, «Η γιορτή της ειρήνης», «Πριν απ’ την ανατολή». Αργότερα, απαλλαγμένος από την επίδραση του σκηνικού Αντουάν όπως και του Ιψεν και του Ζολά, ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον συμβολισμό, τον νεορομαντισμό και τη μυστικοπάθεια, ο Χάουπτμαν έδωσε πλείστα θεατρικά αλλά και μυθιστορήματα. Ας σημειωθεί εδώ το ιδιαιτέρου για μας ενδιαφέροντος έξοχο ημερολόγιό του «Ελληνική άνοιξη» (1908), όπου αποθαυμάζεται το ελληνικό κάλλος, το οποίο ο συγγραφέας γνώρισε κατά το εδώ ταξίδι του.
Δεν είναι μόνο η άψογη τεχνική και η ποικίλη κοινωνιολογική προβληματική που χάρισαν στον Χάουπτμαν τεράστια αίγλη. Η απαισιόδοξη ηθογραφία του ενώνεται μ’ έναν πολυσχιδή στοχασμό, ο οποίος τον οδηγεί και πέρα από τα δραματικά «Ο σύντροφος Κράμπτον», «Ο αμαξάς Χένσελ», «Μετά το ηλιοβασίλεμα», μέχρι και το ποιητικό ονειρόδραμα («Η Χάνελε πάει στον Παράδεισο») ή τα όρια της τραγωδίας («Τετραλογία των Ατρειδών»). Ο Βεάκης, η Μανωλίδου, η Παπαδάκη και η Λαμπέτη είναι λίγοι από τους πιο σημαντικούς ηθοποιούς μας που ασχολήθηκαν με τον Χάουπτμαν, τουλάχιστον κατά τον καιρό της ακμής του.
- Οικτρή σοφίτα
Το 1911, έπειτα από πολλές συγγραφικές προσθαφαιρέσεις, ο Χάουπτμαν παρουσιάζει επί σκηνής τους «Αρουραίους» (Die Ratten). Το έργο διαδραματίζεται σε μια οικτρή σοφίτα όπου, σαν ποντικοί και μαζί με αληθινούς αρουραίους, βιώνουν την αθλιότητά τους τα μέλη μιας λούμπεν πινακοθήκης, που θα μπορούσαμε κάλλιστα να την αναλογίσουμε με το «10», τη γνωστή πειραιώτικη πολυκατοικία του Μ. Καραγάτση. Οι άνθρωποι αυτοί, όχι μακριά από το ζωώδες ένστικτο αυτοσυντήρησης που τους υπαγορεύει η φτώχεια τους και η κοινωνική περιθωριοποίησή τους, γραπώνονται με λύσσα από ταπεινές συνθήκες ή συγκυρίες για να διεκδικήσουν μια καλύτερη ζωή. Στο μέσον αυτού του πληθυσμού κινείται το γνησιότερα δραματικό μέρος του έργου, που μοιάζει αρκετά, αλλά χωρίς ευτυχή κάθαρση, με τον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ»: μια γυναίκα παραδίδει το νεογνό της σε μιαν άλλη που έχει ήδη χάσει το δικό της αλλά καθ’ οδόν μετανοεί και ζητάει από τη θετή μάνα να της το επιστρέψει. Μάταια όμως, γιατί η θετή αρνείται, ώσπου χωρίς εκείνη να το θελήσει, ο αλήτης αδελφός της σκοτώνει τη φυσική μάνα καθώς και το παιδί, ενώ η θετή μητέρα αυτοκτονεί.
Το παραδοσιακό, από το 1884 Βερολινέζικο θέατρο υπό τη σκηνοθεσία του Μίκαελ Τάλχαϊμερ, παρουσίασε μια σοβαρή εκδοχή και ιδίως μια πολύ συνεπή σε επίπεδο ηθοποιών παράσταση των «Αρουραίων». Η κεντρική πρόταση –θεμιτή– ήταν να αντικατασταθεί ο παλιός νατουραλισμός από μια «σκληρή», ταχύρρυθμη μετωπική απέναντι στο κοινό εκδίπλωση του (απείραχτου) κειμένου, πάνω σε, υπερτονισμένη νομίζω, μπρεχτική υποκριτική βάση. Εκ παραλλήλου, βασικό εύρημα της παράστασης ήταν η παραπέμπουσα στην σκυφτή ζωή ερμηνεία των ηθοποιών σε, βασανιστική γι’ αυτούς, διαρκή οσφυοκαμψία, τουλάχιστον τριάντα έως σαράντα μοιρών. Οπως καταλαβαίνετε, για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, το σκηνικό του Ολαφ Αλτμαν ήταν ένας συμπιεσμένος σε ύψος χώρος, που όντως παρείχε την αίσθηση της προσωπικής αλλά και της κοινωνικής ασφυξίας. Φοβάμαι, βέβαια, ότι η λύση αυτή, της οποίας το εφέ λήγει στο πεντάλεπτο, περιόρισε αισθητά τις υποκριτικές δυνατότητες των ωστόσο τέλεια ντρεσαρισμένων ηθοποιών, με κορυφαίους την Κονστάντσε Μπέκερ και τον Σβεν Λέχμαν. Οι ενδύσεις της Μικαέλα Μπαρτ, καθημερινά καταπονημένα ράκη κουρελιασμένων ανθρώπων, είχαν ζωηρή δραματικότητα και ουμανιστικό πόνο. Οι μουσικές στίξεις και οι αδροί φωτισμοί έτειναν σε μια μινιμαλιστική λογική. Ας πω ακόμα ότι ο σωστά γοργός ρυθμός δυσκόλεψε την παράλληλη παρακολούθηση υπέρτιτλων και δράσης.
Κανείς δεν θα μπορούσε εύκολα να αρνηθεί την ποιότητα αυτής της εργασίας και τη σκέψη που την διείπε. Νομίζω, ωστόσο, ότι ο φόβος του απευκταίου, αλλά πιθανού, μελοδραματικού εκτροχιασμού, οδήγησε την παράσταση σε συναισθηματική ξηρότητα κι έτσι ο θεατής τελικά εξήλθε μάλλον κριτικός, άρα επιλήψιμα νηφάλιος.

© Freese/drama-berlin.de

Πρόσφατα σχόλια