Τα λαϊκά παραμύθια και η γλώσσα του σώματος

Grimm και Grimm
  • Του ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 29 Γενάρη 2010
  • «Grimm & Grimm» σε θεατρική διασκευή παραμυθιών Ξένιας Καλογεροπούλου στο θέατρο «ΠΟΡΤΑ»

Η «ΜΙΚΡΗ ΠΟΡΤΑ», την οποία ίδρυσαν το 1972 η Ξένια Καλογεροπούλου και ο Γιάννης Φέρτης, συνεχίζει τις δραστηριότητές της και την προσφορά της στον παιδόκοσμο, ανεβάζοντας θεατρικές παραστάσεις για παιδιά, υψηλού αισθητικού επιπέδου. Η Ξένια Καλογεροπούλου λατρεύει τα παραμύθια. Τα διασκευάζει, λοιπόν, θεατρικά και στο θέατρό της ανεβαίνουν κάθε χρονιά θαυμάσιες θεατρικές παραστάσεις.

Δε θα κουραστώ ποτέ να γράφω ότι τα λαϊκά παραμύθια, τα δικά μας, αλλά και άλλων λαών, παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρον και έχουν μεγάλη αξία για την ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών της προσχολικής και σχολικής ηλικίας, της δημιουργικής φαντασίας τους κ.λπ. Ομως, τα παιδιά έχουν ανάγκη και από κοινωνική /ιδεολογική διαπαιδαγώγηση με θέματα από τη σύγχρονη πραγματικότητα, που θα τα ευαισθητοποιήσουν, θα τα προβληματίσουν, θα τα κοινωνικοποιήσουν, θα τα κινητοποιήσουν κ.ο.κ. Βέβαια, παρόμοια αντίληψη πρέπει να έχουν γονείς και εκπαιδευτικοί οι οποίοι δε θα οδηγούν τα παιδιά (ή τους μαθητές) τους μόνο σε θεατρικές παραστάσεις με παραμυθιακά θέματα – όσο ευχάριστα κι αν είναι και όσο και αν τα διαπαιδαγωγούν συναισθηματικά – αλλά θα τα πηγαίνουν και σε παραστάσεις με θέματα κοινωνικού /πολιτικού προβληματισμού, που θα δίνονται με έργα που διαθέτουν γλώσσα, ύφος και δομή κατάλληλα για τις προσλαμβάνουσες της κάθε ηλικίας. Και ακόμη να θέσω και ένα άλλο σοβαρό ζήτημα για τη γηγενή δραματολογική μας παραγωγή. Γιατί τόσες πολλές διασκευές; Μήπως και η κ. Καλογεροπούλου πρέπει – άλλωστε η εμπειρία, το ταλέντο και η ωριμότητά της το επιτρέπουν πλέον – να γράψει και να δώσει, ίσως, αξιόλογα αποκλειστικά δικά της θεατρικά κείμενα; Αλλά μήπως πρέπει και άλλοι σύγχρονοι δραματουργοί να επιχειρήσουν δικές τους πρωτότυπες δραματουργικές δουλειές; Νομίζω ότι είναι πλέον ο κατάλληλος χρόνος, μετά από μισόν αιώνα που στη χώρα μας αναπτύσσεται το Θέατρο για παιδιά, να επιχειρηθούν τέτοιου είδους πρωτοβουλίες και δραστηριότητες.

«Τι γλώσσα μιλάμε Αλμπερτ;»

Στην παρουσιαζόμενη παράσταση ο μικρός θεατής θα απολαύσει τέσσερα γερμανικά λαϊκά παραμύθια1, δανεισμένα από την πλούσια συλλογή των Αδερφών Γκριμ: «Το τραπέζι, ο γάιδαρος και η μαγκούρα», «Οι μουσικοί της Βρέμης», «Οι τρεις χρυσές τρίχες του Διαβόλου», «Οι έξι κύκνοι»2.Εδώ υπάρχει μεγάλη ποικιλία στις τεχνικές υποκριτικής και σκηνοθεσίας: σωματικό θέατρο, θεατρικό παιχνίδι, παντομίμα, αυτοσχεδιασμοί, πλούσια παιχνίδια φαντασίας και ηχητικά εφέ (ήχος τρεχούμενου νερού, βροχής, αέρα, κουκουβάγιας στο δάσος κ.ο.κ.), όλα δοσμένα με παιγνιώδη μορφή, κίνηση και αρκετό χιούμορ. Πολύ καλά και τα ευρήματα του γάμου με ζωντανή μουσική και τραγούδι, η βάρκα που πλέει στο νερό, ο τρόπος που κλάπηκαν οι τρεις τρίχες από το κεφάλι του Διαβόλου κ.ά. Εντυπωσιακή και πρωτότυπη είναι η απόδοση του χορού των έξι κύκνων, με θεατρικό ύφος, και όχι με το κλασικό μπαλέτο, σε μουσική Τσαϊκόφσκι από τη «Λίμνη των κύκνων», αλλά και το τράβηγμα φωτογραφιών με πάγωμα εικόνας (ακίνητοι ηθοποιοί σε φάση πόζας).

Τη ευφάνταστη και εντυπωσιακή, κατά σημεία, σκηνοθεσία έκανε με επιτυχία η Λίλο Μπάουρ, η οποία έχει ξανα-συνεργαστεί στο παρελθόν με την Ξένια Καλογεροπούλου, τα υπέροχα σκηνικά – κοστούμια ο Χρήστος Κωσταντέλλος (με κατασκευή της Δέσποινας Μακαρούνη και της Δήμητρας Καίσαρη) (με μετακινούμενα μικρά λειτουργικά σκηνικά, με μορφή ανοιχτού βιβλίου ή με ζωγραφισμένα ορθογώνια παραλληλεπίπεδα, που για κάθε σκηνή δείχνουν άλλη πλευρά τους, οι ήρωες φορούν άλλοτε καθημερινά ρούχα, άλλοτε κοστούμια εποχής και άλλοτε κοστούμια φτιαγμένα σύμφωνα με τις παραμυθιακές απαιτήσεις, όπως το ευρηματικό κοστούμι της Κόλασης κ.λπ.). Η χορογραφία της Ολιας Λυδάκη (έξυπνο το εύρημα με τον ποντιακό χορό) και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασσόπουλου εναρμονισμένοι με τις απαιτήσεις της παράστασης.

Ολοι οι ηθοποιοί απέδωσαν θαυμάσια τους ρόλους τους: Μανώλης Λυδάκης, Αντώνης Μυριαγκός, Σοφία Πάσχου, Γιάννης Σαρακατσάνης, Μαίρη Λούση, Θοδωρής Σκυφτούλης (οι δυο προηγούμενοι πολύ καλοί στο: «Οι τρεις χρυσές τρίχες του Διαβόλου»), Εριφύλη Στεφανίδου, οι οποίοι σε κάθε παραμύθι παίζουν διαφορετικούς ρόλους, αλλάζουν συνεχώς ψυχοσύνθεση, ιδιοσυγκρασία και συμπεριφορά, γεγονός δύσκολο να συμβαίνει στην ίδια παράσταση.

  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΥΡΟΓΕΩΡΓΙΟΥ «Τι γλώσσα μιλάμε Αλμπερτ;» στο θέατρο «ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»

Το «Θέατρο Νέου Κόσμου» έχει δημιουργήσει από το 2003 την «Κινητή θεατρική σκηνή» και έχει δώσει περισσότερες από 1.000 παραστάσεις για παιδιά σε νοσοκομεία και ιδρύματα. Το θέατρο, λοιπόν, στην υπηρεσία της ψυχικής υγείας, της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας των ασθενών παιδιών. Αρα, κι εδώ έχουμε εφαρμογή της κοινωνικής αποστολής της τέχνης, η οποία σπεύδει να βοηθήσει τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Βέβαια, οι δραστηριότητες της «Κινητής θεατρικής σκηνής», όπως μας πληροφορεί ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, στο Πρόγραμμα της φετινής θεατρικής παράστασης, επεκτάθηκαν σε φυλακές, προσφυγικούς καταυλισμούς, ειδικά σχολεία, στις πυρόπληκτες περιοχές της Ηλείας και προγραμματίζεται να βγουν και εκτός Ελλάδας, «σε ευαίσθητες και εμπόλεμες περιοχές».

Η παρούσα παράσταση του έργου «Τι γλώσσα μιλάμε Αλμπερτ;» του Βασίλη Μαυρογεωργίου3, έχει υπόθεση, διαθέτει κείμενο4, αλλά επειδή έχει ως σκοπό να κατανοούνται όλα από τον θεατή όποιας ηλικίας και εθνικότητας, οι ηθοποιοί μιλούν ακαταλαβίστικα (αλαμπουρνέζικα). Τα παιδιά χαίρονται και ενθουσιάζονται με το παιχνίδι αυτό, που διαθέτει τεχνικές παντομίμας, σωματικού θεάτρου, αυτοσχεδιασμών και θεατρικού παιχνιδιού. Οι συναισθηματικές καταστάσεις των ηρώων αποδίδονται με υποδειγματικό τρόπο είτε με την έκφραση του προσώπου τους είτε με την κίνησή τους. Μερικές φορές οι ηθοποιοί φωνάζουν υπερβολικά, ενώ ο χώρος είναι μικρός. Ακούγονται λέξεις και φράσεις, με αστείο τρόπο, από την ιταλική, γερμανική, ρωσική, ελληνική και αμερικάνικη γλώσσα. Η σκηνοθετική ευρηματικότητα είναι ενδιαφέρουσα, αφού με απλά μέσα κατορθώνεται να αποδοθούν φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα, ψυχικές καταστάσεις και δράσεις, αρκετά δύσκολες σκηνοθετικά και ασφαλώς και υποκριτικά. Η ευαισθησία του καλλιτέχνη /γλύπτη ήρωα /Αλμπερτ είναι εμφανής και σκορπά συγκίνηση.

Ικανοποιητική η σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη, η επιμέλεια κίνησης της Σεσίλ Μικρούτσικου, πολύ καλά τα αφαιρετικά σκηνικά και τα λειτουργικά κοστούμια της Μαρίας Χανιωτάκη και ευχάριστη η μουσική του Κώστα Γάκη. Τους ρόλους απέδωσαν θαυμάσια, με κίνηση και μπρίο η Ντίνη Ρέντη, η Γιούλη Τσαγκαράκη και ο Σεραφείμ Ράδης. Η κατασκευή κοστουμιών έγινε από την Ελένη Μελισσάρη και την Σβετλάνα Τίτοβα και του σκηνικού /ειδικών κατασκευών από τον Νίκο Δεντάκη.

*******************************

1. Κατά την προηγούμενη θεατρική περίοδο η Ξένια Καλογεροπούλου, σε συνεργασία με τον Θωμά Μοσχόπουλο, διασκεύασαν τέσσερα ιταλικά παραμύθια και παρουσίασαν την παράσταση του έργου τους: «Παραμυθ…issimo». Βλ. κριτική μου στην εφ. «Ριζοσπάστης», 25.12.2008, σ. 23.

2. Και τα τέσσερα παραμύθια ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης θα τα βρει στο βιβλίο: Τα παραμύθια των Αδελφών Γκριμμ (μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου), Α΄ τόμος, Εκδόσεις «Αγρα», Αθήνα 1994. Εχουν εκδοθεί άλλοι δύο τόμοι και συγκεντρωτικά περιέχονται σ’ αυτούς 201 παραμύθια.

3. Εκτός από το Πρόγραμμα της παρούσας παράστασης, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προμηθευτούν από το θέατρο και δύο ακόμη υπέροχα Προγράμματα από δύο προηγούμενες παραστάσεις: Σέργιου Γκάκα, Ακούς τη γιορτή; (σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου) και Βασίλη Μαυρογεωργίου, Το βέλος που δεν πληγώνει (σε σκηνοθεσία του ίδιου).

4. Το θαυμάσιο κείμενο στο Πρόγραμμα της παράστασης υπογράφουν η Κατερίνα Λυπηρίδου και ο Παντελής Δεντάκης.

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

17/6/2006– ΑΤΙΤΛΟ

Διασκευές κλασικών λογοτεχνικών κειμένων

«Το φάντασμα του Κάντερβιλ»
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 15 Γενάρη 2010
  • Του ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ
  • ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ, «Το φάντασμα του Κάντερβιλ», σε διασκευή Μυρσίνης Σακκά, από τη «ΜΑΓΙΚΗ ΑΥΛΑΙΑ» του Βαγγέλη Λιοντή, στο θέατρο «ΤΡΙΑΝΟΝ»

Ο παραγωγός Βαγγέλης Λιοντής, ιδρυτής της «Μαγικής Αυλαίας», είναι πάντοτε υπεύθυνος για τις δραματολογικές επιλογές του. Ακόμη περισσότερο επιμένει στις καλές παραγωγές θεατρικών παραστάσεων για παιδιά, από το παγκόσμιο ρεπερτόριο, κυρίως κλασικών έργων. Η πρόσφατη επιλογή του για την τρέχουσα παράσταση του θιάσου του είναι η θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος «Το φάντασμα του Κάντερβιλ», του Ιρλανδού ποιητή, μυθιστοριογράφου, θεατρικού συγγραφέα, κριτικού και αισθητικού τέχνης Οσκαρ Ουάιλντ (1854-1900).

Πρόκειται για σάτιρα, που επιχείρησε ο Ουάιλντ, στις αγγλικές αστικές παραδόσεις της βικτοριανής Αγγλίας, και ιδιαίτερα στις φοβίες τους για τα φαντάσματα. Η ειρωνική διάθεση του Ουάιλντ στοχεύει τους Αμερικανούς και την έπαρσή τους στις επιτεύξεις τους, αιώνιους «αντιπάλους» των Αγγλων (λέει η κυρία Οτις: «Η Αμερική έχει τη λύση για όλα τα προβλήματα του κόσμου»… Βέβαια, ανεπιτυχώς με τα αμερικάνικα απορρυπαντικά προσπαθεί μάταια να εξαφανίσει την κηλίδα αίματος, της δολοφονημένης Ελεονώρας ντε Κάντερβιλ, στο χαλί). Ο σκηνικός χώρος είναι ένας πύργος της εποχής, όπου όλα εκεί διαδραματίζονται και αποδομείται ο φόβος για τα φαντάσματα με χιουμοριστικές καταστάσεις. Εκδηλος είναι ο ρομαντισμός του Ουάιλντ και οι θρησκευτικές/μεταφυσικές του αντιλήψεις. Δεν υπάρχουν υπερβολές και εμμονές, μάλλον η φιλοσοφική ατμόσφαιρα του έργου περιλαμβάνει απλοϊκά και παραμυθιακά στοιχεία και περισσότερο σκηνές από την καθημερινή ζωή των αστών. Η παράσταση κατορθώνει να μεταφέρει τους θεατές σε μιαν άλλη εποχή, που όλα είναι αλλιώτικα, μάλλον παραμυθιακά και ενδιαφέροντα. Ολα βασίζονται στην παιχνιδιάρικη διάθεση των παιδιών, σε όλες τις εποχές, και στην ανάπτυξη της φαντασίας τους, μέσα απ’ το ίδιο το παιχνίδι. Η δομή του μυθιστορήματος του Ουάιλντ είναι σφιχτή και αντίστοιχα της θεατρικής διασκευής/θεατρικής απόδοσης, την οποία επιχείρησε με επιτυχία η Μυρσίνη Σακκά.

«Πίτερ Παν»

Η σκηνοθετική απόπειρα του Γιώργου Παπαευσταθίου θεωρείται επιτυχημένη και ενδιαφέρουσα, τα σκηνικά της Αγγελίνας Παγώνη και τα κοστούμια (του βεστιαρίου του θιάσου) είναι αρκετά εντυπωσιακά, η μουσική επιμέλεια του Βαγγέλη Λιοντή και η μουσική διδασκαλία της Χριστίνας Σιμιτζή συμβάλλουν θετικά στην εξέλιξη της παράστασης, με τα ακούσματα κλασικής μουσικής. Οι ωραίοι στίχοι των τραγουδιών είναι του Αυγερινού Σουλόπουλου.

Ολοι οι ηθοποιοί ερμηνεύουν απλά και φυσικά τους ρόλους τους, με μια ικανότητα που δεν οδηγεί σε υπερβολές και ακραίες καταστάσεις. Επισημαίνω ιδιαίτερα την ορθοφωνία τους. Ολα, βέβαια, είναι και απόρροια μιας σωστής διδασκαλίας ρόλων από τον σκηνοθέτη, ο οποίος υποδύεται και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του φαντάσματος (Σερ Σάιμον Ντε Κάντερβιλ). Ο έρωτας μεταξύ της Ελεονώρας Οτις (Δέσποινα Μακρή) και του Ουίλιαμ Τσέστερ (Αυγερινός Σουλόπουλος) δίνει έναν ιδιαίτερο τόνο στην παράσταση, όπως και η χιουμοριστική διάθεση της ιδιαίτερα ταλαντούχου ηθοποιού και μουσικού Χριστίνας Σιμιτζή, η οποία υποδύεται το ρόλο της ηλικιωμένης οικονόμου του πύργου, κυρίας Ομνι. Τους υπόλοιπους ρόλους ερμηνεύουν οι: Ζωή Αβραμίδου (κυρία Οτις), Αγάπη Παπαθανασιάδου (Μπέτσι Οτις) και Μανώλης Καζαμίας (Ανταμ Οτις).

  • ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΑΡΙ, «Πίτερ Παν», σε διασκευή Δάφνης Βασιλειάδου, στο «ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ»

Ο Τζέιμς Μάθιου Μπάρι (1860-1937) ήταν ο Σκοτσέζος μυθιστοριογράφος και δραματουργός διεθνούς φήμης, που έγινε γνωστός κυρίως από το ευφάνταστο μυθιστόρημά του «Πίτερ Παν». Ο Πίτερ Παν, παραμυθιακός ήρωας, είναι ένα σκανδαλιάρικο και ανέμελο παιδί, που δε μεγαλώνει ποτέ, παραμένοντας για πάντα παιδί. Η επιστήμη της Ψυχολογίας έχει εξετάσει το «Σύνδρομο Πίτερ Παν», το οποίο αναφέρεται σε ενηλίκους, που παραμένουν ανώριμοι, που αρνούνται να μεγαλώσουν και φέρονται σαν παιδιά. παθολογικό φαινόμενο που οφείλεται στον υπερπροστατευτισμό ή στην πλήρη αδιαφορία των γονιών τους, όταν τα παιδιά τους βρίσκονταν στην παιδική ηλικία.

Ο ήρωας είναι μικροσκοπικός, έχει φτερά και μπορεί να πετάει στη Χώρα του Ποτέ, χωρίς να επιδρά πάνω του η νεραϊδόσκονη, είναι καταπληκτικός ξιφομάχος και το αποδεικνύει στη μονομαχία του με τον Κάπτεν Κουκ, είναι απαράμιλλος μίμος, έχει φαντασία και όλες του οι αισθήσεις λειτουργούν στην εντέλεια. Φίλοι του είναι η Γουέντι και η νεραϊδούλα Τίνκερ Μπελ. Ο ήρωας πρωτοεμφανίστηκε αρχικά στο θέατρο στις 27.12.1904, στο έργο του Μπάρι: «Πίτερ Παν ή Το αγόρι που αρνιόταν να μεγαλώσει». Τον ήρωα στην παράσταση ενσάρκωνε τότε κορίτσι (κάτι που μιμήθηκε και η Δάφνη Βασιλειάδου, χρησιμοποιώντας στην παρούσα παρουσιαζόμενη εδώ παράσταση την ταλαντούχο Τζούλη Γρηγορίου). Το έργο μεταφέρθηκε αργότερα σε μυθιστορηματική μορφή με τίτλο: «Πίτερ Παν και Γουέντι» (1911). Το 1924 ο Πίτερ Παν μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, στην ομώνυμη βουβή ταινία του Χέρπμερ Μπρένον. Γνωστότερο τον έκανε ο Ντίσνεϊ κατά τη δεκαετία του ’50, με το μιούζικαλ του Τζέρομ Ρόμπινς (πρεμιέρα στο «Μπρόντγουεϊ» 20.10.1954).

Το «Θέατρο του Ηλιου» και οι πρωτεργάτες του, που το λειτούργησαν και το υπηρέτησαν με αγάπη και αφοσίωση από το 1978 μέχρι σήμερα, δηλαδή ο Ανδρέας Παπασπύρου και η Δάφνη Βασιλειάδου, έχουν δημιουργήσει παράδοση στο Θέατρο για παιδιά. Παραδοσιακά σκηνικά και κοστούμια, κατασκευασμένα με ρεαλισμό και συνάμα παραμυθιακό χαρακτήρα, αλλά και με σύγχρονη ματιά, είναι πλέον το κλασικό μοτίβο κάθε παράστασης. Στη φετινή παράσταση εντυπωσιακό είναι ιδιαίτερα το πειρατικό καράβι (το πλοίο Τζόλι Ρότζερ), το οποίο γεμίζει κυριολεκτικά τη σκηνή και πάνω του γίνονται μάχες, οι ήρωες τρέχουν και κινούνται άνετα, προβάλλουν μέσα από τα φινιστρίνια των αμπαριών, καθώς στη θάλασσα προβάλλει απειλητικά ο τρομερός κροκόδειλος με τα αστραφτερά μάτια του.

Διάχυτα είναι τα στοιχεία Μαύρου Θεάτρου, Παντομίμας και Θεατρικού παιχνιδιού. Εντύπωση κάνουν τα ποικίλα σκηνικά και σκηνοθετικά ευρήματα: Η τεράστια τούρτα, η Ινδιάνα «Κρινολούλουδο», η θάλασσα (με τα τεράστια πανιά, που κινούμενα δημιουργούν την εντύπωση κυμάτων), η φωλιά με το πουλί, ο χορός των Ινδιάνων και ο Μάγος της φυλής, η Γοργόνα, κ.ά.

Οι περιπέτειες στο έργο και στην παράσταση είναι καταπληκτικές και συναρπαστικές. Η θεατρική διασκευή (1991) και η σκηνοθεσία της Δάφνης Βασιλειάδου είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Ο Ανδρέας Παπασπύρου αποδεικνύει, για μια ακόμη φορά, πόσο έμπειρος και ταλαντούχος ηθοποιός είναι στους ρόλους του πατέρα, του καπετάνιου Γάντζου, του Κάπτεν Κουκ.

Τους υπόλοιπους ρόλους ερμηνεύουν αρκετά ικανοποιητικά οι: Ιρις Ανδριοπούλου (μητέρα του πειρατή Σμι, Μάγος της φυλής), Ιωάννα Δαρμή (Τζέιν, σκυλάκι Νανά, Κρινολούλουδο), Εβίτα Συρίγου (Γουέντι), Ηλίας Μήσσιας (Τζον).

Τα υπέροχα σκηνικά κοστούμια ανήκουν στη Νικόλ Καίσνερ, η θαυμάσια μουσική είναι δουλειά του Φώτη Μυλωνά, οι χορογραφίες έργο της Αννης Μαχαιροπούλου και για τους φωτισμούς την ευθύνη έχει ο Ανδρέας Παπασπύρου.

  • 2η ΧΡΟΝΙΑ:

Συνεχίζονται και φέτος οι παραστάσεις του παραμυθιού των αδελφών Γκριμ «Χένσελ και Γκρέτελ», σε διασκευή του Δ. Κούτση και σε σκηνοθεσία της Ελλης Βοζικιάδου, στο θέατρο «ΘΥΜΕΛΗ». Τα μηνύματα του έργου γίνονται εμφανή στην παράσταση, και τέτοια είναι: Η αγάπη και η συνεργασία μεταξύ των αδερφιών, η γενναιότητα, το θάρρος, η δύναμη του μυαλού και η εφευρετικότητά του στις δύσκολες ώρες.

  • Διευκρίνιση

Στο φύλλο της προηγούμενης Παρασκευής, στην κριτική για την παράσταση για παιδιά «Η Γιορτή των Αστεριών» από το θίασο «Ονειρόγραμμα», στο θέατρο «ΓΚΛΟΡΙΑ», δημοσιεύτηκε φωτογραφία της ηθοποιού Μαρίας Καψή (δόθηκε από τους υπεύθυνους του θιάσου). Να σημειωθεί ότι η ηθοποιός δεν παίζει πια στη συγκεκριμένη παράσταση, με ευθύνη των επιχειρηματιών, γεγονός που πληροφορηθήκαμε μετά τη δημοσίευση της συγκεκριμένης φωτογραφίας…

  • Στην τηλεόραση του «902»

Στην εκπομπή «Θέατρο για παιδιά», που επιμελείται και παρουσιάζει ο δρ Επιστημών της Αγωγής και Κριτικός Θεάτρου για παιδιά – συγγραφέας Θανάσης Καραγιάννης, στις 20/1/2010, θα «φιλοξενηθεί» η θεατρική παράσταση του έργου του Ευγένιου Σπαθάρη, «Ο Καραγκιόζης Προφήτης», στο θέατρο «ΑΘΗΝΑ», σε σκηνοθεσία Τάκη Βαμβακίδη/Ευγένιου Σπαθάρη. Στη συζήτηση συμμετέχουν οι ηθοποιοί: Τάκης Βαμβακίδης (Καραγκιόζης) και Γιάννης Μποσταντζόγλου (Μπαρμπα-Γιώργος).

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

Φασουλήδες και κοινωνικά θέματα

  • Του ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 1 Γενάρη 2010
  • ΦΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ: «Σαν ένα παραμύθι. Φασουλήδες», στο «ΓΥΑΛΙΝΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ»
«Οι φασουλήδες»

Το αγαπημένο αυτό στο ελληνικό κοινό και ρεπερτόριο αρκετών θιάσων για παιδιά και ενηλίκους έργο «Φασουλήδες του Κατσιπόρα», φάρσα για κουκλοθέατρο/ «κωμικοτραγωδία του δον Κριστόμπαλ και της δόνιας Ροζίτας»1, του Ισπανού ποιητή και δραματουργού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (Federico Garcia Lorca, 1898-1936), μεταφράστηκε αρχικά από την Ιουλία Ιατρίδου2. Στη συνέχεια διασκευάστηκε από διάφορους καλλιτέχνες και ανεβάστηκε για παιδιά, με διάφορους τίτλους3.

Ο λυρικός ποιητής Λόρκα γράφει θέατρο δίνοντας κυριολεκτικά νου και ψυχή στον ποιητικό λόγο, στην ουσία της ποίησης, σαν να μην τον ενδιαφέρει τόσο η θεατρική παράσταση των έργων του, από τα οποία εμπνεύστηκαν διεθνώς συνθέτες, ποιητές και θεατράνθρωποι. Μόλις σε ηλικία 19 χρόνων έγραψε το πρώτο θεατρικό έργο του: «Τα μάγια της πεταλούδας»4.Από οκτώ χρονών στην αυλή του σπιτιού του διοργάνωνε παραστάσεις με μαριονέτες για παιδιά και μεγάλους, επηρεασμένος από παράσταση κουκλοθεάτρου που έδωσαν Τσιγγάνοι στο Φουέντε Βακέρος. Από μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι ο Λόρκα από μικρός αγαπούσε τη φάρσα και προσπάθησε να επαναφέρει στο θέατρο έναν παλιάτσο του παλιού ισπανικού θεάτρου, τον «Δον Κριστόμπαλ» (Δον Κριστομπίτα). Η φάρσα είναι εμφανής στα έργα του: «Φασουλήδες του Κατσιπόρα», «Παράσταση του Δον Κριστόμπαλ», «Περιμπλίν και Μπελίσα», «Θαυμαστή μπαλωματού».5

«Ο γύρος της μέρας σε 80 κόσμους»

Το έργο εμπεριέχει στοιχεία αυτοσχεδιασμού από την κομέντια ντελ’ άρτε και τον άλλοτε ήρωά της Πανταλόνε, όπου διαγράφεται με αστεϊσμούς και κωμικοτραγικές καταστάσεις ο ασύμβατος έρωτας ενός άσχημου/ ζάμπλουτου γέρου, του Δον Κριστομπίτα, για μια όμορφη/ νέα κοπέλα, την Ροζίτα, η οποία φυσικά τον απορρίπτει, μια και είναι ερωτευμένη με τον Κοκολίκο. Κωμική ιστορία, στην οποία σχολιάζονται η υποκρισία, η παραβατική συμπεριφορά, ο αυταρχισμός και η κατάχρηση εξουσίας, «τα πράματα και τα θάματα του κόσμου», όπως έλεγε ο Λόρκα.Η φετινή παραγωγή παρουσιάζει ιδιάζοντα χαρακτηριστικά. Πρόκειται για μουσικοθεατρικοχορευτικοακροβατική παράσταση. Ζωντανές κούκλες/ ηθοποιοί κινούνται με θαυμάσιο τρόπο, μιλούν και αισθάνονται, δημιουργώντας μια ποιητική/ ονειρική ατμόσφαιρα. Ο αταίριαστος γάμος, που επιδιώκει ο γερο-ξεκούτης Δον Κριστομπίτα, δημιουργεί κωμικές καταστάσεις, ξεκαρδιστικές εικόνες σε ένα κλίμα αναβίωσης του λαϊκού θεάτρου της Αναγέννησης. Τα ακροβατικά νούμερα, η ζωντανή μουσική, από ορχήστρα, και τα πολύχρωμα κοστούμια ξεσηκώνουν τα παιδιά/θεατές της παράστασης. Ο Κουνούπης, ως έντομο/ αερικό, προσωποποίηση της ξεγνοιασιάς της ανδαλουσιανής γης, ενσαρκώνεται επάξια ως ρόλος λόγω της υποκριτικής δεινότητας του Δημήτρη Μαργαρίτη, όπως και ο ρόλος της Ροζίτας από την Αθανασία Σουλίδου και του πατέρα της από τον σκηνοθέτη/χορογράφο της παράστασης Σίμωνα Πάτροκλο, ο οποίος έδωσε με τη σκηνοθετική ευρηματικότητά του μια εξαίσια ατμόσφαιρα στην παράσταση. Το ρόλο του Δον Κριστομπίτα ερμήνευσε θαυμάσια ο Αλέξανδρος Βερώνης, του αγαπημένου της Ροζίτα, Κοκολίκου, ο Φλάβιος Νεάγκου, του παπουτσή Λιγοψύχη ο Θανάσης Κουβούσης, του Α΄ Παλικαριού ο Δημ. Μισαηλίδης, του Φίγκαρου/Β΄ Παλικαριού ο Αντ. Παπαηλίας, του νέου του λιμανιού Κουρίτο/Υπηρέτη ο Μιλτ. Σαμαράς και της Παραμάνας του Λόρκα/Ταβερνιάρισσας με πολύ μπρίο η Ελένη Τσαγκαράκη. Ενδιαφέροντες είναι και οι δευτερεύοντες ρόλοι: Ο αμαξάς, οι κοντραμπατζήδες, τα παλικάρια, ένας μόρτης, ένας τυφλός ζητιάνος, η Ωρα (ενδιαφέρον ενδυματολογικό και σκηνοθετικό εύρημα) κλπ. Η ορθοφωνία της Ροζίτας και του Κοκορίκου παρουσιάζει κάποια προβλήματα, τα οποία πρέπει να απαλειφθούν, ώστε να βελτιωθεί η ερμηνευτική τους απόδοση. Η κατά σημεία χλαλοή, που δημιουργείται από φωνές, κραυγές και σπρωξίματα, έχει ως αποτέλεσμα να μη γίνονται κατανοητοί οι διάλογοι. Ωραίο το χορωδιακό τραγούδι του φινάλε.

Τη διαμόρφωση του κειμένου έκανε με απλό ύφος και στρωτή γλώσσα ο Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης.

  • ΝΑΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ: «Ο γύρος της μέρας σε 80 κόσμους», από το «Θίασο ’81», στο θέατρο «ΡΙΑΛΤΟ/ΑΛΕΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ»

Το ότι ξανα-ενεργοποιείται ο «Θίασος ’81» μας χαροποιεί ιδιαίτερα, αφού οι παραστάσεις του για δυο δεκαετίες περίπου είχαν δημιουργήσει μια ευχάριστη νότα στα θεατρικά δρώμενα για παιδιά στη χώρα μας. Ψυχή του «Θιάσου ’81», η Νανά Νικολάου, αφού για μια δεκαετία υπηρέτησε με αφοσίωση και υπευθυνότητα κυρίως το Θέατρο για παιδιά, στο ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, ως καλλιτεχνική διευθύντρια, επανήλθε ως δραματουργός/σκηνοθέτις στην παρούσα παράσταση μ’ ένα σύγχρονο έργο, αν και ο τίτλος του παραπέμπει στον Ιούλιο Βερν.

Το έργο στέλνει στους λιλιπούτειους θεατές της παράστασης τέσσερα μηνύματα: αγάπη στα ζώα, σεβασμό στο περιβάλλον, αγάπη στα βιβλία και όχι στο ρατσισμό. Οικολογικά και κοινωνικά μηνύματα, που οι ηθοποιοί, μέσα από ρόλους γεμάτους με κίνηση και νιάτα, στέλνουν έμμεσα και με διακριτικότητα στα παιδιά, χωρίς κραυγές και διδακτισμό (εξαίρεση αποτελούν τα συνθήματα του φινάλε). Οι τέσσερις ηθοποιοί με μπρίο και διάθεση, χωρίς να διακρίνεται κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο στην υποκριτική τους, αποδίδουν με χαριτωμένο τρόπο τους ρόλους τους με διαρκή χορό χιπ-χοπ και μουσική ραπ, κίνηση και σωματική εκφραστικότητα. Φανερώνουν περίτρανα τη θέλησή τους ν’ αλλάξουν τον κόσμο, σχολιάζοντας και επικρίνοντας τους μεγάλους «γιατί φτιάχνουν όπλα και κάνουν πολέμους, κορνάρουν και μουντζώνουν όταν οδηγούν, πηγαίνουν στο γήπεδο και κάνουν επεισόδια, καίνε τα δάση, γεμίζουν τα πεζοδρόμια σκουπίδια, βλέπουν συνέχεια τηλεόραση ενώ διαβάζουν και συζητάνε τόσο λίγο…», όπως γράφει η Νανά Νικολάου σε προλογικό της σημείωμα.

Πολύ μου άρεσε η σκηνή με τη μικρή μετανάστρια, η αντιρατσιστική συμπεριφορά των παιδιών, η φιλική τους στάση και η συναισθηματική στήριξή τους απέναντί της.

Τα σκηνικά αρκετά ρεαλιστικά (πολυκατοικίες, δέντρα, περίπτερο, πάρκο, κούνια κ.ά.), δημιουργίες των σκηνογράφων Λαμπρινής Καρδαρά και Ιούς Μεταλλινού. Τα περισσότερα κοστούμια είναι καθημερινά, με την υπογραφή της Ιούς Μεταλλινού. Η μουσική του Κωνσταντίνου Κωτούλα παρουσιάζει ενδιαφέρον με τους ρυθμούς και τα ηχοχρώματα που χρησιμοποιεί, αν και κατά διαστήματα είναι έντονη και ενοχλητική. Πιστεύω ότι το θέατρο πρέπει να κάνει υπερβάσεις, δίνοντας ποιοτικές προτάσεις στα παιδιά και όχι αντιγράφοντας την πραγματικότητα. Τις ολοζώντανες χορογραφίες υπογράφει ο Ηλίας Χατζηγεωργίου. Τον ήχο και το φως επιμελείται ο Θεοφάνης Νιάπας. Τα κινηματογραφικά στιγμιότυπα, όπου πρωταγωνιστούν ήρωες του έργου, που συνεχίζουν τη δράση τους επί σκηνής, είναι πολύ ευφυές σκηνοθετικό εύρημα. Εξακολουθώ να διαφωνώ με τη συζήτηση ηθοποιών και κοινού, με το διαδραστικό θέαμα. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να ακούν, να παρατηρούν και να σκέπτονται σε μια θεατρική παράσταση. Το ωραίο κείμενο και η καλή ερμηνεία των ρόλων είναι δυνατό να συγκινήσει και να προβληματίσει κοινωνικά τα παιδιά. Η συμμετοχή τους, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είναι εξ ολοκλήρου συναισθηματική και νοητική. Πολύ σημαντική είναι και η αισθητική και ιδεολογική τους διαπαιδαγώγηση.

Τους ρόλους ερμηνεύουν οι: Πελαγία Αγγελίδου (Ράπερ-Σκύλος), Οδυσσέας Κιόσογλου (Ράπερ-Μάνος), Ηλίας Χατζηγεωργίου (Ράπερ-Ρακοσυλλέκτης-Καθρέφτης), Μαρία Χατζηιωαννίδου (Ράπερ-Κυρία-Γάτα-Κορίτσι).

Νομίζω ότι η διαφήμιση που γίνεται επί σκηνής αποτελεί αντιδεοντολογικό θεατρικό φαινόμενο, ιδίως σε παραστάσεις για παιδιά.

Σημειώσεις:

1. Υπότιτλος του έργου «Οι φασουλήδες με το ρόπαλο», που ανεβάστηκε στην παιδική σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης, σε μετάφραση της Ευγενίας Δημητροπούλου και με σκηνοθεσία του Παν. Αδάμ (καλλιτεχνικός διευθυντής Χρίστος Καλαβρούζος), την περίοδο 2008-2009, εκδ. «Οιωνός», Λαμία 2008, σ. 95.

2. Βλ. Ιατρίδου Ιουλία, Λόρκα, «Τα μάγια της πεταλούδας». «Οι Φασουλήδες του Κατσιπόρα», εκδ. «ΔΩΔΩΝΗ».

3. «Οι Φασουλήδες του Κατσιπόρα», σε συνεργασία ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης – Δημοτικού Θεάτρου Τρικάλων (σκηνοθεσία Στέφ. Νταλάση), 2007-2008 και από το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας σε σκηνοθεσία Γ. Καραχισαρίδη, 1985-1986, Κονιόρδου, Λ., «Φασουλήδες με τη μαγκούρα», ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας, 1991, «Οι Φασουλήδες με τη μαγκούρα του Λόρκα», Αμφιθέατρο Χανίων, 1993, Καλατζόπουλος, Γ., «Που να σκάσεις Κριστομπίτα, δε θα πάρεις τη Ροζίτα», 1996 κ.ά.

4. Ανεβάστηκε την περασμένη θεατρική περίοδο σε διασκευή/σκηνοθεσία του Σπύρου Κολιαβασίλη, με τους «Περίακτους» στο Μαρκόπουλο Αττικής. Βλ. κριτική μας στην εφ. «Ριζοσπάστης», 23.1.2009, σ. 30.

5. Το τελευταίο έργο το έγραψε για ηθοποιούς και το προτελευταίο είναι ένα «θέατρο με ανδρείκελα που αρχίζει με κοροϊδία και τελειώνει με τραγωδία». Σχετικά βλ. Μαρίνου Εφη «Λόρκα, όπως λυρικός», εφ. «Ελευθεροτυπία», 7-13/8/2006.

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

Στην τηλεόραση του «902»

Στην εκπομπή «Θέατρο για παιδιά», στις 6/1/2010, που επιμελείται και παρουσιάζει ο Δρ. Επιστημών της Αγωγής και κριτικός Θεάτρου για παιδιά – συγγραφέας, Θανάσης Καραγιάννης, θα «φιλοξενηθεί» η θεατρική παράσταση του έργου του Ευγένιου Τριβιζά «Ο Εβδομος Σταθμός. Οι περιπέτειες του πειρατή Μπελαφούσκ», στην Αμαξοστοιχία – Θέατρο «Το Τρένο στο Ρουφ», σε σκηνοθεσία Τατιάνας Λύγαρη. Στη συζήτηση συμμετέχουν η σκηνοθέτις και ο ηθοποιός Μανώλης Σορμαΐνης. Στην εκπομπή συμμετέχει και ο Ευγένιος Τριβιζάς (συνέντευξη στον Θ. Κ.).

Η κοινωνική – πολιτική διάσταση των παραμυθιών


Από την παράσταση «Ενα σπίτι παραμύθια»
  • (ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 11 Δεκέμβρη 2009
  • Του συνεργάτη μας ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ)

ΚΕΛΛΥΣ ΣΤΑΜΟΥΛΑΚΗ «Αναζητώντας τη Ραπουνζέλ», από το θίασο «Αβάντι», στο Θέατρο «ΒΕΑΚΗ»

Το παρόν έργο αποτελεί μια ενδιαφέρουσα διασκευή του κλασικού παραμυθιού «Ραπουνζέλ» των αδελφών Γκριμ. Μια εκδοχή της σύγχρονης πραγματικότητας, την οποία η δραματουργός Κέλλυ Σταμουλάκη δίνει με ευαισθησία και ευρηματικότητα στα παιδιά του παρόντος/πολίτες του μέλλοντος.

Η υπόθεση του έργου αναφέρεται στην τεχνολογία που μας κατακλύζει. Χρησιμοποιείται, όμως, πάντοτε η τεχνολογία προς όφελος των ανθρώπων και των λαών… ή μήπως κάποιοι εξυφαίνουν σχέδια προκειμένου να ικανοποιήσουν τα διαφόρων ειδών συμφέροντά τους, θέτοντας σε κίνδυνο τα παιδιά, τα οποία, ως πιο ευάλωτα και δεκτικά, πέφτουν θύματα είτε της υπερκατανάλωσης – με σοβαρές συνέπειες τόσο στη σωματική όσο και στην πνευματική τους υγεία – είτε, μακροπρόθεσμα, μιας άνευ όρων παράδοσης της κριτικής τους σκέψης και συνείδησης στους παντός είδους επιτήδειους χειραγωγούς; Θα ήταν, ωστόσο, άδικο να παραγνωρίσει κανείς όλα εκείνα τα θετικά στοιχεία που η επιστήμη και η τεχνολογία εξασφαλίζουν προς όφελος της ανθρωπότητας και της βελτίωσης της ποιότητας ζωής.

Το θέατρο αποτελεί τον πιο άμεσο και ζωντανό τρόπο μετάδοσης μηνυμάτων που ευαισθητοποιεί και προβληματίζει μέσα από την επαφή και επικοινωνία των παιδιών με το κείμενο και τα βαθύτερα νοήματά του. Στο συγκεκριμένο, λοιπόν, θεατρικό κείμενο η δραματουργός πραγματεύεται με ιδιαίτερη επιτυχία: α. Την αναζήτηση χαμένων παιδιών και την παντός είδους εκμετάλλευσή τους, β. Τη χρήση των τεχνολογικών επιτευγμάτων ως μέσων καταστολής (κάμερες/συστήματα παρακολούθησης, μικροτσίπ, προγράμματα ύπνωσης), γ. Τα μεταλλαγμένα τρόφιμα, δ. Το κυνήγι των εξοπλισμών, ε. Ηλεκτρονικά, πολεμικά παιχνίδια, κλπ. Η συγγραφέας εκφράζει και μεταδίδει στα παιδιά/θεατές της παράστασης τους κοινωνικούς προβληματισμούς της για το έλλειμμα της δημοκρατίας – που προκύπτει από την κακή χρήση της τεχνολογίας και της εξουσίας – και την επιχειρούμενη υφαρπαγή της ελευθερίας. Με τρόπο παιδαγωγικό, απευθύνεται έμμεσα στα παιδιά, για όσα κοινωνικά και πολιτικά θέματα θα τα επηρεάσουν ως αυριανούς πολίτες, χρησιμοποιώντας ως όχημα ένα περιεκτικό δραματικό κείμενο και μια άρτια οργανωμένη σκηνική δράση. Αντιλαμβάνεται την κοινωνική ευθύνη, που επιβάλλεται να έχει ο καλλιτέχνης, ιδιαίτερα, αλλά και ο κάθε πολίτης, που η εργασία του έχει κοινωνικό ρόλο και επιδρά στον ψυχισμό και στη συνείδηση του αναπτυσσόμενου και εξελισσόμενου παιδιού και εφήβου (εκπαιδευτικός, γονιός, δραματουργός, σκηνοθέτης, ηθοποιός, κάθε είδους καλλιτέχνης, που έρχεται σε επαφή με τα παιδιά).

Απ’ το «Αναζητώντας τη Ραπουνζέλ»

Αισθητικά, η Κέλλυ Σταμουλάκη επέλεξε μέσα από τον τεράστιο και σημαντικότατο χώρο της λογοτεχνίας και του λαϊκού παραμυθιού το υλικό για τις καλλιτεχνικές της επιδιώξεις. Η σύγχρονη μάγισσα Φράου Φον Κλοπίδου δε μας παρουσιάζεται όπως η μακρινή της πρόγονος καβάλα σε σκουπόξυλο, και δεν επιχειρεί μεταφυσικά μαγικά και ξόρκια για να πετύχει τους σκοπούς της. Η σύγχρονη μάγισσα έχει στην υπηρεσία της ολόκληρη τη σύγχρονη τεχνολογία και τα μαγικά της συμβολίζουν και παραπέμπουν στις σκοπιμότητες που θέτουν κάποιοι για να κοιμίσουν και να αλλοτριώσουν τις συνειδήσεις των παιδιών ειδικά και των ανθρώπων γενικότερα, με αποτέλεσμα την (υπερ)κατανάλωση όλο και περισσότερων προϊόντων, που διαφημίζουν και πωλούν οι εταιρείες και οι κάθε είδους «Εμποροι των Εθνών». Το θύμα της μάγισσας Κλοπίδου είναι η Ραπουνζέλ, η οποία σταδιακά αντιλαμβάνεται τις δόλιες ενέργειες της «μητριάς» της, με τη βοήθεια του ουμανιστή Ιάσονα και του πανέξυπνου παπαγάλου Σ-Τέλειου.Τα μηνύματα του έργου είναι αρκετά αισιόδοξα. Η δραματουργός δίνει διεξόδους προκειμένου να συμβάλει σ’ ένα καλύτερο για την ανθρωπότητα μέλλον. Για την επίτευξη των στόχων της χρησιμοποιεί κοφτούς διαλόγους, γρήγορη δράση και εναλλαγές σκηνών, σασπένς στο μύθο, πλούσιο χιούμορ και παιδικότητα στο ύφος του κειμένου, ώστε να δένει αρμονικά η αισθητική του λόγου με τα μηνύματα του έργου και στη συνέχεια όλα αυτά μετουσιώνονται, δια της σκηνοθετικής φαντασίας του Γιάννη Βούρου, σε εντυπωσιακή σκηνική δράση, με αρωγούς φυσικά τη μαεστρία του σκηνογράφου Γιώργου Κολιού, της ενδυματολόγου Σοφίας Κατσούρα (τα κοστούμια είναι εντυπωσιακά), του μουσικού Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, του χορογράφου Θοδωρή Πανά και του φωτιστή/κινηματογραφιστή Γιάννη Κουρπαδάκη. Οι εικόνες του βίντεο (προσεγμένη η δουλειά των Γιώργου Κολιού και Νίκου Δροσάκη) βοηθούν και αισθητικά και στην εξέλιξη του μύθου επί σκηνής.

Τους ρόλους απέδωσαν υπέροχα, χωρίς να υστερήσει κανένας, οι ηθοποιοί: Στάθης Βούτος (Παπαγάλος Σ-Τέλειος, με ιδιαίτερη υποκριτική ικανότητα), Νατάσα Μαρματάκη (Φράου Φον Κλοπίδου, κατά τη γνώμη μου, ξεχώρισε με την υπέροχη εκφραστικότητά της), Στέλιος Πετράκης (Πατέρας), Μαριάννα Λουκάκη (Μάνα και Μνήμη), Θοδωρής Πανάς (Ιάσονας και Ελεγκτής), Αννα Κολιοφώτη. Η ζωντανή μουσική (Λουκάς Αγγελίνας στο αρμόνιο, υπεύθυνος και για την ενορχήστρωση, Ιάκ. Παυλόπουλος στα κρουστά και Κατερίνα Τεπελένα στο βιολί) έδωσε άλλη διάσταση στην παράσταση.

Το πρόγραμμα της παράστασης είναι από τα καλύτερα της τρέχουσας θεατρικής περιόδου, δεδομένου ότι περιλαμβάνεται επιπλέον σε αυτό ολόκληρο το θεατρικό κείμενο (Εκδόσεις ΩΡΙΩΝ, Αθήνα 2009, σελ. 84).

Το έργο, και η παράστασή του, προβάλλει με αισθητικό και παιδαγωγικό τρόπο το «Χαμόγελο του παιδιού», μια πετυχημένη κοινωνική οργάνωση, για την οποία ο Λ. Μαχαιρίτσας έχει γράψει ένα θαυμάσιο ύμνο, ο οποίος ακούγεται στην παράσταση. Οι θαυμάσιοι στίχοι όλων των τραγουδιών ανήκουν στους Κέλλυ Σταμουλάκη, Γιάννη Προεστάκη, Τερψιχόρη Γκιόκα.

ΛΙΝΑΣ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ – ΣΤΑΜΑΤΗ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗ «Ενα σπίτι παραμύθια», από τη ΣΠΕΙΡΑ ΣΠΕΙΡΑ», στην Παιδική Σκηνή της «ΑΘΗΝΑΪΔΑΣ»

Δύο σημαντικοί δημιουργοί, ο συνθέτης Σταμάτης Κραουνάκης και η στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου, έχουν δημιουργήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση, η οποία χαρακτηρίζεται από τη ρυθμική και μελωδική μουσική του Κραουνάκη (βασισμένη σε διάφορα μουσικά μοτίβα, στοιχεία από παλιά λαϊκά τραγούδια, από δημοτικά, από όπερα, και αποτελούμενη και από άλλους ρυθμούς και μελωδίες, που χαρακτηρίζουν τη μουσική διαδρομή του συνθέτη, κλπ.), το θαυμάσιο λιμπρέτο και τους στίχους της Νικολακοπούλου, την έντονη και συνεχή κίνηση των ηθοποιών, τα πολύχρωμα κοστούμια τους, τα τόσα ανάγλυφα αντικείμενα (του Αλέξ. Λόγγου) που αναφέρονται στα κείμενα, το άπλετο χιούμορ, τις υπέροχες φωνές των ηθοποιών (ξεχωρίζει η μελωδική φωνή της Ηρώς Σαΐα), το μπρίο στην υποκριτική απόδοση όλων ανεξαιρέτως των ταλαντούχων ηθοποιών (ιδιαίτερες ικανότητες παρουσιάζει ο στυλοβάτης της παράστασης, ηθοποιός του Θεάτρου Τέχνης, Βασίλης Βασιλάκης).

Η παράσταση έχει μια σπονδυλωτή δομή, συνδυάζοντας τον αφηγηματικό λόγο και συγχρόνως τη δραματοποίηση κλασικών και μη παραμυθιών: «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα» (Χ. Κ. Αντερσεν), «Το πετροκάραβο» και «Ενα σπίτι παραμύθια» (Λ. Νικολακοπούλου), «Η έξυπνη Γκρέτα» (αδελφών Γκριμ), «Ο Τζακ και η φασολιά» (Ζ. Γιάγκοπς), «Η συναυλία των ζώων» (αδελφών Γκριμ) και «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» (G. S. Barbot de Villeneuve, 1695-1755).

Η συνεργασία των δύο δημιουργών, παλιότερα, είχε φέρει στο φως σαράντα επτά τραγουδιστά παραμύθια, από τα οποία επτά παρουσιάζονται στην παρούσα παράσταση και θα ήταν ευχής έργο να δούμε και τα υπόλοιπα επί σκηνής.

Η ζωντανή μουσική (ακορντεόν της Αννας Λάκη και κρουστά της Σοφίας Κακουλίδου) ενθουσιάζει τους μικρούς θεατές της παράστασης. Οι μουσικοί ενσωματώνονται στην παράσταση και κατά σημεία αναλαμβάνουν ρόλους. Οι τραγουδιστές της ομάδας Σπείρα Σπείρα γίνονται ηθοποιοί και ζωντανεύουν με επιτυχία παραμυθιακούς χαρακτήρες.

Πολλά συμβαίνουν επί σκηνής, έτσι που να αναπτύσσεται η δημιουργική φαντασία των παιδιών, τα οποία έκπληκτα παρατηρούν μιαν άλλη σκηνοθετική εκδοχή από εκείνη που τα ίδια είχαν δημιουργήσει με τη φαντασία τους, όταν διάβαζαν τα ίδια παραμύθια.

Πρόκειται για λυρικό θέατρο, με στοιχεία όπερας, που βελτιώνει τη μουσική αισθητική και αντίληψη των παιδιών.

Τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη και τα χάρτινα κοστούμια του Νίκου Φλώρου ευφάνταστα και ευρηματικά, μέσα σε μια σκηνή στο κέντρο της πλατείας, που δίνει μεγαλύτερη αμεσότητα στα δρώμενα και παράγει διαδραστική ενέργεια στους θεατές. Επιτυχείς και οι χορογραφίες της Αναστασίας Γεωργαλά.

Μια παράσταση, που δικαιώνει τις απόψεις του Βασ. Ρώτα για το θέατρο: «Θέατρο (είναι) η τελειότερη και ζωντανότερη μορφή της τέχνης, τελειότερη γιατί μεταχειρίζεται όλα τα εκφραστικά μέσα, όλες τις τέχνες, ζωντανότερη γιατί είναι μαζί και γιορτή. Τέχνη μες στις τέχνες και γιορτή μες στις γιορτές».

Παίζουν: Β. Βασιλάκης, Χρ. Γεροντίδης, Τερέζα Κρητικού, Γιολάντα Σκαφτούρου και Ηρώ Σαΐα.

Καλοπροαίρετα δύο παρατηρήσεις: Τα παραμύθια δεν έχουν επιμύθιο, μόνο οι μύθοι. Στέλνεται, κατά τη γνώμη μου, λανθασμένο ιδεολογικό μήνυμα στα παιδιά, αν και αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει δραματουργική σκωπτική διάθεση, η οποία μπορεί να λειτουργήσει πιο θετικά στους ενήλικους θεατές. Επίσης, λανθασμένο μήνυμα (μάλλον αντι-οικολογικό) στέλνεται με τη μάσκα/κεφάλι ζώου (μάλλον λύκου), που φοράει το Τέρας. Η μάσκα μιας αποκρουστικής μορφής τέρατος θα ήταν πιο ταιριαστή στον ήρωα με την καλή καρδιά.

Στα ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης και Αγρινίου

«Ο βραχνιασμένος φαλτσοτενόρος και οι περιπέτειες της δημοτικής μπάντας»
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 4 Δεκέμβρη 2009.
  • Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ
  • ΛΑΜΙΑ: ΜΑΪΚ ΚΕΝΙ «Το αγόρι με τη βαλίτσα». Μετάφραση: ΞΕΝΙΑ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ, από την Παιδική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ ΡΟΥΜΕΛΗΣ

Αρχικά θα συγχαρώ την Ξένια Καλογεροπούλου για τη μετάφραση του κειμένου του Βρετανού δασκάλου, αρχικά, ηθοποιού και πολύγραφου δραματουργού, στη συνέχεια, Μάικ Κένι, αλλά και να την ευχαριστήσω για την παρουσίαση του σημαντικού αυτού κοινωνικοπολιτικού έργου στο ελληνικό παιδικό κοινό. Επίσης, συγχαίρω και τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου (ΔΗΠΕΘΕ) Ρούμελης για τη συγκεκριμένη δραματολογική επιλογή του.

Θεματολογικά ο δραματουργός, με το έργο του αυτό, αναδεικνύει τα σύγχρονα καυτά διεθνή προβλήματα της μετανάστευσης, του ρατσισμού, της φτώχειας και του πολέμου, αλλά και της εκμετάλλευσης των μεταναστών. Τα παιδιά/θεατές έχουν ανάγκη από θεατρικά έργα κοινωνικού προβληματισμού, αφού πρέπει παιδαγωγικά και κοινωνικά οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς να προτιμούν και παραστάσεις με έργα που δικαιώνουν την κοινωνική αποστολή της τέχνης. Το δραματουργικό εύρημα της γνώσης και ουσιαστικά αφομοίωσης των μηνυμάτων, από μέρους του πρωταγωνιστή Ναζ, του ανατολίτικου παραμυθιού «Σεβάχ ο θαλασσινός», είναι ομολογουμένως ευφυές.

Η σκηνοθετική άποψη του Κώστα Γάκη είναι πολύ καλή και προς τη σωστή αισθητικά και κοινωνικο-παιδαγωγικά κατεύθυνση, εναρμονισμένη με τις συγγραφικές προθέσεις του Κένι. Η παράσταση παράγει ευαισθησία. Προβάλλονται δραματικές καταστάσεις με διακριτικότητα, αλλά και χιουμοριστικές καταστάσεις, ώστε να υπάρξει καλύτερη πρόσληψη των θεμάτων από τους μικρούς θεατές. Κατά σημεία υπάρχουν δραματικά στοιχεία, τα οποία – κατά τη γνώμη μου – θα έπρεπε να είναι κάπως περισσότερα και εντονότερα, αφού τα θέματα που διαπραγματεύεται το έργο, ούτως ή άλλως, είναι δραματικά. Σε ελάχιστα σημεία παρατήρησα εύθυμη διάθεση των ηθοποιών, ενώ η ατμόσφαιρα στη δεδομένη στιγμή ήταν δραματική (πόλεμος). Νομίζω ότι τα παιδιά δέχονται ως φυσιολογικά τα δραματικά στοιχεία όταν δίνονται με τον κατάλληλο αισθητικό τρόπο και δεν πρέπει να φοβόμαστε τυχόν αρνητικές αντιδράσεις τους από την πλατεία. Οι εναλλαγές των σκηνών είναι γοργές, με δυναμισμό κινήσεων και παραστάσεων, που μεταδίδουν ενεργοποίηση της προσοχής και του ενδιαφέροντος των θεατών, με την αρωγή βέβαια της περίπλοκης δομής του έργου, της πλοκής των γεγονότων και καταστάσεων και της συνεχούς έντονης δράσης των ηρώων. Τα στοιχεία δραματοποίησης καταστάσεων, θεατρικού παιχνιδιού και σωματικού θεάτρου είναι εμφανή και πετυχημένα.

«Η Πουλτσινέλα και το μαγικό δάσος»

Η διασκευή του έργου, με τη συλλογική δουλειά του θιάσου, απέδωσε, η μουσική του Κώστα Γάκη εγγράφεται στα θετικά της παράστασης και υπογραμμίζω την αξία που έχει το ζωντανό τραγούδι των ηθοποιών και η χορογραφία της Ελενας Γεροδήμου βρίσκεται στο κλίμα της παράστασης.Στην παράσταση δεν υπάρχουν τα παραδοσιακά ζωγραφικά σκηνικά και οι κατασκευές απόδοσης του δραματικού χώρου. Η σκηνογραφία εδώ – όπως και σε άλλες παραστάσεις με σύγχρονη αντίληψη – παρουσιάζεται με μεταφερόμενα αντικείμενα, ζωγραφιστά ταμπλό και εναλλασσόμενα κοστούμια, έτσι που να είναι «το δυναμικό και πολυλειτουργικό στοιχείο της θεατρικής αναπαράστασης»1. Για τα σκηνικά και τα κοστούμια έχει την ευθύνη η Αγγελίνα Παρασκευαΐδη, καθ’ όλα άξια.

Οι ρόλοι είναι πολλοί, γι’ αυτό ανέλαβαν και αποδίδουν με μεγάλη επιτυχία οι εξής ηθοποιοί: Χριστιάνα Κανδυλιώτη, Σοφία Κουκουλά, Βίκυ Κουκουτσίδη, Κάρολος Μάισσα (Αγόρι με τη Βαλίτσα), Νίκος Μήτσας, Εύη Μητσοπούλου, Θανάσης Μιχαηλίδης, Γιώργος Σαπουντζόγλου.

Το πρόγραμμα της παράστασης πολύ ενημερωτικό και αισθητικά ωραίο. Προτείνω να αποτελέσει υλικό για τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς για συζήτηση με τα παιδιά στο σχολείο και στο σπίτι και να διατηρείται στη βιβλιοθήκη, μαζί με παρόμοια προγράμματα και σχετικά βιβλία για το θέατρο. Αυτό, είναι βέβαιο, θα αποτελέσει μέρος της θεατρικής αγωγής και εκπαίδευσης των παιδιών, προς θετική κατεύθυνση.

«Το αγόρι με τη βαλίτσα»
  • ΑΓΡΙΝΙΟ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΑΡΚΟΥ «Ο βραχνιασμένος φαλτσοτενόρος και οι περιπέτειες της δημοτικής μπάντας», από την Παιδική-Νεανική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ ΑΓΡΙΝΙΟΥ

Το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου έχει παράδοση στις παραστάσεις για παιδιά και μια επιτυχή καλλιτεχνική πορεία στον τομέα αυτό των δραστηριοτήτων του. Συνεργάστηκαν μαζί του αξιόλογοι σκηνοθέτες, άλλοι συντελεστές των παραστάσεων και ηθοποιοί, παρουσιάζοντας θαυμάσια αποτελέσματα, στο παρελθόν.

Η φετινή παράσταση για παιδιά αποτελεί – κατά τη γνώμη μου – μια παραφωνία και μια εξαίρεση. Εντοπίζω το πρόβλημα στην ατυχή επιλογή του συγκεκριμένου δραματικού κειμένου, το οποίο είναι μια παρωδία ύφους και γλώσσας του εξαιρετικού σύγχρονου δραματουργού Ευγένιου Τριβιζά. Ο δραματουργός Παναγιώτης Λάρκου, συγχρόνως και σκηνοθέτης της παράστασης, επιχείρησε να μιμηθεί – δεν έχει σημασία αν αυτό έγινε εκούσια ή ακούσια – τον Ευγένιο Τριβιζά, ο οποίος ομολογουμένως – με την πάροδο των χρόνων – δημιουργεί «σχολή» στη Λογοτεχνία και στο Θέατρο για παιδιά στη χώρα μας. Το εγχείρημα αυτό νομίζω ότι δεν κρίνεται πετυχημένο, βλέποντας κανείς το αποτέλεσμα. Η ευθύνη, βέβαια, δε βαρύνει τους άλλους συντελεστές της παράστασης ούτε τους ηθοποιούς, οι οποίοι προσπάθησαν και κατάφεραν υποκριτικά να δώσουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Οταν δεν υπάρχει έμπνευση, από το κείμενο, όταν υπάρχει μια υπερβολική σουρεαλιστική διάθεση, αλόγιστη φαντασία και ασαφείς ιδεολογικοί και αισθητικοί στόχοι, προφανώς κανένας δεν μπορεί να παραγάγει θετικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, ούτε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης (ακόμη και αν ήταν άλλος), στο βαθμό που απαιτούν όλα τα είδη της τέχνης, που συνυπάρχουν στο, ιδιαίτερα απαιτητικό, θέατρο για παιδιά.

Το έργο είναι, ως ένα βαθμό, επηρεασμένο από το έργο του Τριβιζά «Κούλα η Κατσικούλα και το κλεμμένο τραγούδι». Εκεί ως θέμα έχουμε την κλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας (υπαρκτό πρόβλημα), εδώ την πρόθεση ενός φαλτσοτενόρου να κλέψει τη μουσική από τους ανθρώπους, κατακτώντας και εξουσιάζοντας την ανθρωπότητα (αρρωστημένες φαντασιώσεις, ακόμη και σε σενάριο έργου τέχνης). Οι καλές και σωστές προθέσεις του δραματουργού για «την πίστη που πρέπει να έχει κανείς στον εαυτό του και στις δυνάμεις του», για «τις μάχες που δε θα χαθούν αν παλέψουμε μέχρι και την τελευταία στιγμή»2 (ρόλο που αναλαμβάνει ο μαέστρος της δημοτικής μπάντας), θα μπορούσαν να αναδειχθούν σε κάποιο παρόμοιο ή διαφορετικό έργο.

Φιλότιμες και αρκετά αξιόλογες προσπάθειες, μια και δεν απορρίπτω συλλήβδην την παράσταση, έγιναν από το σκηνοθέτη (που φαλκιδεύτηκε από το κείμενό του), ο οποίος έχει να παρουσιάσει καλά στοιχεία στη διδασκαλία των ρόλων, και κάποια ευρηματικότητα στη σκηνική αναπαράσταση (κιβώτια, παρτιτούρες-όργανα, κοτόπουλο κ.ο.κ.), από τη σκηνογράφο και ενδυματολόγο Βασιλική Κυπραίου (και βοηθό σκηνοθέτη), η οποία έδωσε θετικά στοιχεία στο αποτέλεσμα, και από τον Διονύση Λάζαρη, ο οποίος είχε την ευθύνη των φωτισμών.

Παίζουν οι ηθοποιοί: Βασίλης Αρβανίτης, Ιωάννης Δρακόπουλος, Λήδα Καπνά, Ερμόλαος Ματθαίου και Παύλος Σταυρόπουλος.

  • 2η ΧΡΟΝΙΑ:

Συνεχίζονται και φέτος με επιτυχία οι παραστάσεις του έργου των Αννας-Σεβαστής Τζίμα – Σύλβιας Κουτσουφλάκη «Η Πουλτσινέλα και το μαγικό δάσος», στον Πολυχώρο «Μορφές Εκφρασης». Μέσα από παραμυθιακές συμβάσεις και καταστάσεις τα παιδιά/θεατές καλούνται να προβληματιστούν για τα περιβαλλοντικά προβλήματα που αφορούν στην καταστροφή των δασών και στην αναγκαιότητα προστασίας του οικοσυστήματος. Επίσης, στέλνονται, έμμεσα, μηνύματα για τις αξίες της ελευθερίας, της φιλίας, της αγάπης στη ζωή, σε πρακτικό καθημερινό επίπεδο. Η μουσική, βασισμένη στο σύστημα CarlOrff, παράγεται ζωντανά επί σκηνής από τους μουσικούς/ηθοποιούς με όργανα, όπως, ακορντεόν, τσέλο, κιθάρα, πιάνο, μεταλλόφωνα, ξυλόφωνα, κλπ. Οι μάσκες και οι ενδυμασίες της Κομέντια ντελ άρτε είναι παρούσες με τη διαχρονική τους σημασία και λειτουργικότητα. Η σκηνοθεσία είναι του Θωμά Κινδύνη, η σκηνογραφία-ενδυματολογία της Αννας-Σεβαστής Τζίμα, η μουσική των Ματίνας Τσιγκούνη, Σύλβιας Κουτσουφλάκη, Αννας-Σεβαστής Τζίμα και παίζουν οι ηθοποιοί: Γιάννης Ζούπης, Κλεονίκη Καραχάλιου, Δάφνη-Αννα Καφετζή, Δώρα Ραγκούση, Αννα-Σεβαστή Τζίμα. Μια παράσταση που θα συγκινήσει τα παιδιά και θα τα απογειώσει σε επίπεδα φαντασίας και ονείρου3.

Σημειώσεις

1. Βλ. Pavis, P., Λεξικό του Θεάτρου, Gutenberg, Αθήνα 2006, σ. 444

2. Αποσπάσματα από κείμενο του δραματουργού/σκηνοθέτη στο πρόγραμμα του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου.

3. Κριτική για την περσινή παράσταση του έργου βλ. «Ριζοσπάστη», 19.12.2008

«Για μια φούχτα μπάμιες» – «Τα γιασεμιά και τ’ όνειρο»

  • Παραστάσεις με κοινωνικά θέματα
«Τα γιασεμιά και τ’ όνειρο»
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 27 Νοέμβρη 2009.
  • Του συνεργάτη μας ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ
  • ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΡΙΒΙΖΑ «Για μια φούχτα μπάμιες»1 στο θέατρο «ΠΕΙΡΑΙΩΣ 131»«ΣΚΑΡΑΒΑΙΟΙ» από τη θεατρική εταιρεία

Ο Ευγ. Τριβιζάς με τα ζώα, και ιδιαίτερα με τους λύκους, έχει μια ιδιαίτερη σχέση και εκφράζεται, συγγραφικά, με πλέρια ευαισθησία2. Και στο παρόν έργο πρωταγωνιστές είναι δύο απελπισμένοι λύκοι, ο Λυκούργος και ο Λυκήτας, οι οποίοι προσπαθώντας να επιβιώσουν καταφεύγουν «στην παρθένα ζούγκλα των ανθρώπων»…!, αντικαθιστούν έναν κτηνίατρο και μια νοσοκόμα, προσπαθώντας να βρουν φαγητό και μέσα από δυσκολίες, απρόοπτα και αγχωτικές καταστάσεις… καταλήγουν ως λυκόσκυλα, πλέον, σ’ ένα χωράφι με μπάμιες.

Το παιδί/θεατής διασκεδάζει αφάνταστα με τις περιπέτειες των λύκων, με τα κωμικά επεισόδια του μύθου, με τους ήρωες που μπαινοβγαίνουν στο κτηνιατρείο, με διάφορα ζώα ψεύτικα ή αυτά που υποδύονται ηθοποιοί (η ενδυμασία του λαγωνικού Εμοβόρ είναι υπέροχη, επίσης της αμίλητης παπαγαλίνας μέσα στο κλουβί της, του κατσικιού, του τυφλοπόντικα και προπαντός των λύκων, με θαυμάσιες μουσούδες) κ.ο.κ.

Ο δραματουργός θέτει για μια ακόμη φορά τα οικολογικά προβλήματα του πλανήτη μας3, για προβληματισμό και συζήτηση4, ελπίζοντας στην κινητοποίηση παιδιών και γονιών για την επίλυσή τους. Αν και το κείμενο και η τέχνη, γενικότερα, δεν μπορεί να δώσει πολιτική λύση, ωστόσο ο προβληματισμένος γονιός και εκπαιδευτικός οφείλει, κατά τη γνώμη μου, τα ερεθίσματα του παιδιού από την παράσταση να τα συζητήσει μαζί του και κατά τις ώρες των διαδηλώσεων για το περιβάλλον. Διότι, αν η τέχνη δε συνδεθεί με τη ζωή, αποτελεί κενό γράμμα και μη πρακτικά χρήσιμη, κοινωνικά παιδαγωγική πρόθεση.

Από την παράσταση «Μια φούχτα μπάμιες»

Το έργο εμπεριέχει, εκτός από τις κωμικές καταστάσεις, και αρκετές «ιλαροτραγικές», κατά τον Τριβιζά, καταστάσεις, όπως: Τον άνισο και άδικο αγώνα για την επιβίωση, την επιφυλακτικότητα των παιδιών και την αντίσταση σε ενδεχομένως επικίνδυνες κοινωνικές εξελίξεις, τον αναπόφευκτο τελικά συμβιβασμό που φέρνει την απώλεια της ελευθερίας, κλπ.Αξιοθαύμαστα είναι τα σκηνοθετικά και σκηνογραφικά ευρήματα, καθώς και οι φευγαλέες σκιές των ηρώων (η κυρία με το χρυσόψαρο, ο Γοργοντζόλας με τον τυφλοπόντικα, ο κτηνίατρος με τη νοσοκόμα, ο κυνηγός με το λαγωνικό, ο τσέλιγκας με το κατσικάκι), που δίνουν έναν αισθητικό τόνο από την παράδοσή μας. Σημειώνω, επίσης, ότι η σκηνή, όπου παίζουν ο τσέλιγκας και ο κτηνίατρος, θυμίζει σκηνή με τους ήρωες του Θεάτρου σκιών μπαρμπα – Γιώργο και Καραγκιόζη, αντίστοιχα. Η σατιρική διάθεση κοινωνικών καταστάσεων είναι διάχυτη στο έργο και στη σκηνή.

Τη σκηνοθεσία έκανε με επιτυχία ο Κώστας Ν. Φαρμασώνης, ο οποίος έχει ειδικευτεί πάνω στο θεατρικό έργο του Τριβιζά, αφού έχει ανεβάσει πολλά έργα του στο παρελθόν, και συνεχίζει. Ολοι οι άλλοι συντελεστές της παράστασης κινούνται στο ίδιο θετικό αισθητικά κλίμα: Τα σκηνικά είναι της Λέας Κούση, τα κοστούμια της Τζωρτζίνας Κωστοπούλου, η μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη, η χορογραφία της Εφης Καρακώστα και τους ρόλους απέδωσαν με υποκριτική δεινότητα οι: Νίκος Γκεσούλης (Λυκούργος) και Θοδωρής Προκοπίου (Λυκήτας) (Από τις λιγοστές φορές, που στις παραστάσεις για παιδιά οι θεατές δε βλέπουν καθόλου το πρόσωπο των ηθοποιών, λόγω μάσκας. Οι δυο ηθοποιοί έπαιξαν με την ψυχή τους και με ιδιαίτερη ικανότητα). Ξεχώρισαν: Σουζάνα Βαρτάνη (Κοκκινοσκουφίτσα, αδερφή Ευλαμπία, παπαγαλίνα Χαβάγια), Δημ. Αντωνιάδης (κτηνίατρος Κλεομένης Κολάψους, τσέλιγκας), Μαρία Καμακάρη (η κυρία με το χρυσόψαρο Ούγια Μπετούγια, ένα ζωηρό κατσικάκι, η οποία διαθέτει καταπληκτικές τραγουδιστικές ικανότητες), Αντ. Χατζής (ο κύριος με τον τυφλοπόντικα, Αγαμέμνων Μπισμπίκης-Γοργοντζόλας, το άγριο λαγωνικό, Εμοβόρ), Λεων. Αργυρόπουλος (ο τυφλοπόντικας, Φανούρης, ο ναύτης με την παπαγαλίνα), Κώστας Αυλωνίτης και ο Γιώργος Σουξές (παίζουν εναλλάξ: ο φύλακας του ζωολογικού κήπου, Μπάμπης Μπαρμπούτσαλος, ο κυνηγός με το λαγωνικό, Σμπάρος Χατζημπαρούτης).

  • ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΡΑΤΖΕΣΚΑΚΗ «Τα γιασεμιά και τ’ όνειρο» στο θέατρο «ΑΝΕΣΙΣ» από την Παιδική Σκηνή «ΚΙΒΩΤΟΣ»

Ο ταλαντούχος δραματουργός και σκηνοθέτης Γιώργος Φρατζεσκάκης συνεχίζει με συνέπεια στην ποιότητα το καλλιτεχνικό έργο του στο χώρο του Θεάτρου για παιδιά. Κατά τις δύο περασμένες θεατρικές περιόδους είχε παρουσιάσει το έργο του συνθέτη Σταύρου Κουγιουμτζή, μέσα στη θεατρική παράσταση του έργου του: «Το αγόρι που μιλούσε με τα πουλιά». Κατά την τρέχουσα θεατρική περίοδο, με το νέο έργο του «Τα γιασεμιά και τ’ όνειρο», παρουσιάζει ένα σημαντικό μέρος του έργου του συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Ο δραματουργός, με έμπνευση και μαστοριά, προσφέρει ιδιαίτερα στον παιδόκοσμο ένα αξιόλογο έργο με κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο, αλλά και μια παράσταση με αισθητικές απαιτήσεις. Τολμά, και είναι βέβαιο ότι το θεατρικό κοινό θα ανταποκριθεί, να παρουσιάσει μια δύσκολη και ταραγμένη εποχή, τη δεκαετία του ’60. Με απλό και κατανοητό συγγραφικό και θεατρικό τρόπο εισάγει τα παιδιά στην ιστορική περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής, με τις διώξεις και τις εξορίες των αριστερών, αναφέροντας – εντελώς διακριτικά και με παιδαγωγική ευαισθησία – το ρόλο των καταδοτών της Ασφάλειας, το πρόβλημα της φτώχειας, τα όνειρα των απλών ανθρώπων, και ιδιαίτερα των νέων για μια καλύτερη ζωή, τον έρωτα, στην αγνή και άδολη μορφή του και όχι με το σύγχρονο, πολλές φορές από τα ΜΜΕ, εκχυδαϊσμό του. Και ο μύθος ταξιδεύει με τη βοήθεια της θαυμάσιας μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη και των υπέροχων στίχων των ποιητών μας Νίκου Γκάτσου, Γιάννη Θεοδωράκη, Ιάκωβου Καμπανέλλη, Μίκη Θεοδωράκη, Βασίλη Ρώτα, Πάνου Κοκκινόπουλου, Γιάννη Ρίτσου, Κώστα Βάρναλη, Μάνου Ελευθερίου, Νότη Περγιάλη, Τάσου Λειβαδίτη. Ολοι οι ηθοποιοί τραγουδούν ζωντανά επί σκηνής (καραόκε).

Η συγκίνηση είναι έκδηλη σε αρκετά σημεία της παράστασης, καθώς το δραματικό στοιχείο προέχει, αν και οι κωμικές καταστάσεις είναι διάχυτες, φανερώνοντας – όπως ο Φρατζεσκάκης γνωρίζει και επιχειρεί επιτυχώς – ότι τα παιδιά – κυρίως των μεγαλύτερων τάξεων του Δημοτικού και οι έφηβοι – έχουν ανάγκη και από θεατρικά έργα με κοινωνικο-πολιτικό περιεχόμενο, έστω παρμένο από παλιότερες περιόδους, αλλά που να στέλνουν έμμεσα και διακριτικά κοινωνικά μηνύματα στους μικρούς θεατές και να αναδεικνύουν διαχρονικές αξίες, χρήσιμες και ωφέλιμες για την ανάπτυξη της ηθικής προσωπικότητας και της συνείδησης του αναπτυσσόμενου ανθρώπου, σε κοινωνικό επίπεδο.

Η σκηνοθετική άποψη του Γιώργου Φρατζεσκάκη είναι η ρεαλιστική απεικόνιση του μύθου, με λυρική διάθεση, η οποία αφυπνίζει μέσα από ιστορικές μνήμες τη συνείδηση, αλλά συγχρόνως προκαλεί έντονες συγκινησιακές καταστάσεις σε μικρούς και μεγάλους θεατές, με την αρωγή ποιοτικής μουσικής και στίχων.

Ιδιαίτερα, μου άρεσε και με συγκίνησε το σκηνοθετικό εύρημα της άδειας από πράγματα για το ταξίδι στην Αυστραλία βαλίτσας, αλλά συγχρόνως της γεμάτης με τριαντάφυλλα, που χύνονταν – καθώς άνοιγε – στη σκηνή. Ηταν το φανέρωμα στους θεατές της αναπάντεχης τροπής της εξέλιξης του μύθου και της ανατροπής των ονείρων των ηρώων του έργου (ο ένας να μεταναστεύσει – όνειρο ζωής – στην Αυστραλία και η άλλη να γίνει μια σπουδαία τραγουδίστρια, μοναδική επιδίωξή της). Η ανατροπή, όμως, αυτή φέρνει στο προσκήνιο μια νέα προοπτική, που φαινόταν οριστικά χαμένη: Να βρίσκει δικαίωση πια ο έρωτας των δύο νέων.

Τα αφαιρετικά και απλά σκηνικά και κοστούμια εμπνεύστηκε με επιτυχία ο Σάββας Πασχαλίδης, για τις επίσης απλές χορογραφίες (ζεμπέκικο, συρτάκι, χασάπικο) είχε την ευθύνη η Μαρίζα Τσίγκα, και τη διασκευή των τραγουδιών έκανε με όμορφο τρόπο ο Κώστας Χαριτάτος. Επαιξαν αρκετά ικανοποιητικά οι ηθοποιοί: Μάκης Πατέλης (Παντελής), ο οποίος έκλεψε την παράσταση με το πηγαίο χιούμορ του, τη θαυμάσια υποκριτική του ικανότητα (εκφραστικότητα προσώπου και κινήσεων) και στα δραματικά και στα κωμικά μέρη του έργου, ιδιαίτερα, Κυριακή Γάσπαρη (κυρία Ελένη), Κορίνα Αλεξανδρίδου (κυρά Στάσα), Κων. Λεβάντης (Στράτος), Μαρία Παπαδοπούλου (Μυρτώ), Χριστίνα Κωνσταντινίδου (Μαρίνα), Στεφανία Φιλιάδη (Μαργαρίτα), Γιώργος Δάσκαλος (Ανέστης).

Σημειώσεις

1. Το έργο γράφτηκε τον Ιούνη του 2009 και παίζεται για πρώτη φορά.

2. Βλ. το θεατρικό του έργο: «Τα Γουρουνάκια Κουμπαράδες», το παραμύθι του: «Τα τρία μικρά λυκάκια», κλπ.

3. Ο Τριβιζάς περιβαλλοντικά ζητήματα έθεσε και με το θεατρικό έργο του: «Οι Ιππότες της τηγανητής πατάτας».

4. Είναι συγκλονιστική η μαρτυρία του από ταξίδι στις ΗΠΑ, την οποία αναφέρει στο Πρόγραμμα της Παράστασης. Γράφει, μεταξύ άλλων, ότι πληροφορήθηκε «εκ του σύνεγγυς την ιστορία του κατατρεγμού των λύκων σε αυτή την ήπειρο, όπως για παράδειγμα την απόφαση του αρμόδιου υπουργείου της Αλάσκας να εξολοθρεύει 300 με 400 λύκους το χρόνο πυροβολώντας τους από ελικόπτερα, ούτως ώστε να αυξηθεί ο αριθμός των καριμπού, όχι βέβαια από αγάπη για τα καριμπού, αλλά για να έχουν αφθονότερα θηράματα να σκοτώνουν με τη σειρά τους οι πολυπληθείς ψηφοφόροι κυνηγοί». Οι οικολογικές «αξίες» στις ΗΠΑ και η βαρβαρότητα του καπιταλιστικού συστήματος σε όλο το μεγαλείο τους…

Δυο κλασικά λαϊκά παραμύθια

«Ο Λουδοβίκος ντε Λυκ… και η Κοκκινοσκουφίτσα»

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 20 Νοέμβρη 2009 (Του συνεργάτη μας ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ).–

ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΑΡΑΒΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ: «Αλαντίν». Ενα παραμύθι από τις «Χίλιες και μια νύχτες», σε διασκευή Ανδρης Θεοδότου, στο «ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΡΟΛΟΥ ΚΟΥΝ», από την Παιδική του Σκηνή

Πρόκειται για μια υπέροχη θεατρική παράσταση του κλασικού λαϊκού παραμυθιού «Ο Αλαντίν και το μαγεμένο λυχνάρι» από τη σειρά των αραβικών παραμυθιών «Χίλιες και μια νύχτες» της Σεχραζάτ ή Χαλιμάς. Τα παιδιά/ θεατές που είδαν ήδη την παράσταση ευτύχησαν, αφού το επιτελείο των συντελεστών της είναι και πλούσιο και εκλεκτό. Η Ανδρη Θεοδότου κατόρθωσε μια θαυμάσια θεατρική διασκευή, τη σκηνοθεσία – όπως πάντοτε – επινόησε με πολλά και ενδιαφέροντα ευρήματα ο Δημ. Δεγαΐτης, τα αραβικής έμπνευσης σκηνικά είναι του Πάρι Μέξη, ο οποίος μαζί με την Εύη Καλογηροπούλου είχαν την ευθύνη για τα υπέροχα κοστούμια, η μουσική που ταξιδεύει στα βάθη της Ανατολής τους θεατές είναι του Νίκου Τσέκου (όλοι οι ηθοποιοί τραγουδούν περίφημα, ακόμη και με διφωνίες), οι χορογραφίες (καλοδουλεμένα μπαλέτα) είναι ευθύνη της Λίας Τσολάκη και οι υποβλητικοί φωτισμοί του Κωστή Καπελώνη. Αποκλείω την τυχαία συγκυρία, αλλά βλέπω πίσω απ’ όλα το ταλέντο, τη φαντασία, το πείσμα και την εργατικότητα του σκηνοθέτη, του μαέστρου της συλλογικής υπόθεσης. Ολοι οι ηθοποιοί απέδωσαν τους ρόλους τους με υποδειγματικό τρόπο. Ξεχώρισαν, κατά τη γνώμη μου, ο Πάρις Θωμόπουλος (Φρουρός Α΄ , Το Χαλί, Χαρόν), αλλά την παράσταση έκλεψαν ο Σαμψών Φύτρος (σπουδαίο ταλέντο, στο ρόλο: Τζίνι του λυχναριού) και η Ανδρη Θεοδότου (αποκάλυψη για μένα, στο ρόλο: Τζίνι του δακτυλιδιού). Κανείς δεν υστέρησε.

«Αλαντίν»

Η ατμόσφαιρα ήταν μαγευτική/ ονειρική. Η σύγκρουση του καλού με το κακό ήταν διάχυτη σκηνοθετικά, όπως διάχυτα ήταν τα συναισθήματα των παιδιών και γονιών. Το χιούμορ πλημμύριζε τους διαλόγους, λεπτό και καλοδουλεμένο, δοσμένο μέσα από διάφορες παραμυθιακές καταστάσεις και επεισόδια, με στοιχεία παντομίμας, θεατρικού παιχνιδιού και σωματικού θεάτρου.Τα σκηνικά, αν και αφαιρετικά, έδιναν την εντύπωση, με τα διάφορα αντικείμενα που μπαινόβγαιναν αδιάκοπα στη σκηνή, ότι τελικά ήταν πλουσιότατα. Εξαίρω ιδιαίτερα το πρωτότυπο εύρημα των «ανθρώπινων κατασκευών», όπου κατάλληλα τοποθετημένα τα σώματα όλων των ηθοποιών έδιναν την αίσθηση δημιουργίας: σπηλιάς, ταμειακής μηχανής, σιντριβανιού, καμήλας, ήλιου που βασιλεύει, πύλης κήπου (και με πανιά), τρεις βρύσες με κεφάλια λιονταριών, δέντρων με καρπούς, καραβανιού, βουνού, πιθαριού κ.ά.

Η διανομή των ρόλων, εκτός από τους προαναφερθέντες, είναι: Κώστας Βελέντζας (Σερίφ, Ράφτης, Σουλτάνος), Α. Θεοδότου (επίσης: Φακίρης, Υπηρέτρια), Σ. Φύτρος (επίσης: Εμπορος χαλιών, Ράφτης), Θαν. Ακοκκαλίδης (Αλαντίν), Βασ. Λέμπερος (Αμίρ, Μάγος, Φρουρός Β΄ ), Ειρήνη Στρατηγοπούλου (με μελωδικότατη φωνή – Κοπέλα, Πριγκίπισσα), Αναστασία Γεωργοπούλου (Γυναίκα Β΄ , Μάνα), Αλ. Πέρρος (Κάσιμ, Ράφτης, Βεζίρης), Βένια Σταματιάδη (Γυναίκα Α΄ , Υπηρέτρια).

Μια αντάξια της Ιστορίας του «Θεάτρου Τέχνης» παράσταση, που προτείνω να δουν παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικοί. Το Πρόγραμμα της παράστασης είναι πολύ κατατοπιστικό και αισθητικά υπέροχο, με πλούσιο φωτογραφικό και θεωρητικό/ ιστορικό υλικό!

ΤΟΥΛΑ ΚΑΚΚΟΥΛΗ: «Ο Λουδοβίκος ντε Λυκ… και η Κοκκινοσκουφίτσα», στο «ΘΕΑΤΡΟ ΕΛΥΖΕ», από την «ΠΑΛΚΟ ΚΟΜΜΕΝΤΙΑ»

Πιστεύω ότι η Κριτική Θεάτρου, αν και είναι υποκειμενική αφού ο κριτικός εκφράζει προσωπικές του απόψεις, πρέπει να διαθέτει αντικειμενικά στοιχεία, εκφρασμένα με φίλτρο τη λογική, περισσότερο, και λιγότερο το συναίσθημα, ή έστω με μέτρο και από κοινού. Επίσης, ο κριτικός πρέπει να είναι καλοπροαίρετος, έχοντας ως σκοπό με τα κείμενά του, όταν βέβαια τα δημοσιεύει, να πληροφορήσει, να προβληματίσει, να εκφράσει απόψεις, προτάσεις, ιδέες κ.ο.κ., ν’ ανοίξει ένα διάλογο μεταξύ των συντελεστών μιας παράστασης και των θεατών της, χωρίς αλλότριες σκέψεις ή κακόβουλες και λιβελογραφικές διαθέσεις.

Ο έμπειρος και καλός ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, Μάρκος Λεζές, αποφάσισε ν’ αποκτήσει δικό του θίασο για παιδιά και φέτος ανεβάζει, σε δική του σκηνοθεσία, ένα έργο της Κύπριας δασκάλας και δραματουργού Τούλας Κακκουλή.

Η επιλογή του έργου και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της παράστασης, μου δημιούργησαν θετικά και αρνητικά συναισθήματα και προβληματισμούς: Εχουμε το δικαίωμα να διασκευάζουμε κατά το δοκούν, κλασικά λαϊκά παραμύθια, τα οποία έχουν δημιουργηθεί από το λαϊκό υποσυνείδητο, διατηρώντας μέχρι σήμερα τους συμβολισμούς τους και παραπέμποντάς μας στην κοινωνική, ιστορική και οικονομική τους αφετηρία δημιουργίας τους και στην τότε κοινωνική λειτουργικότητά τους; `Η, έστω, αν επιχειρηθεί κάποια υπέρβαση του μύθου, δεν απαιτείται, άραγε, πολύ δυνατή συγγραφική πέννα; Οπως και σε άλλες παραστάσεις, βέβαια, έτσι κι εδώ, έχουμε, κατά σημεία, μέτρια υποκριτική δεινότητα από ορισμένους ηθοποιούς, ένα παραδοσιακό σκηνικό χωρίς φαντασία, εκκωφαντική μουσική (αυτό μπορεί να βελτιωθεί), με έντονη και μονότονη ρυθμικότητα (νομίζω ότι η μελωδικότητα κάποιων τραγουδιών κρίνεται απαραίτητη, κατά σημεία, με ηπιότερους και πιο αργούς ρυθμούς). Εκφράζω και πάλι την προσωπική μου άποψη για ζωντανό (και όχι μαγνητοφωνημένο) τραγούδι από καλλίφωνους ηθοποιούς. Η σκηνοθετική ευρηματικότητα κάπως περιορισμένη, δε βοηθά στο πέταγμα της φαντασίας, δεν ερεθίζει τα παιδιά αισθητικά, ενώ σε άλλα σημεία είναι αρκετά καλή. Προτείνω ότι ο Λουδοβίκος ντε Λυκ, ρόλο τον οποίο υποκρίνεται ο ταλαντούχος Γιώργος Δουρής (ξεχώρισε η ερμηνεία του), δεν πρέπει να απευθύνεται τόσο συχνά στα παιδιά (επιθεωρησιακή τεχνική, παρά διαδραστικό θέατρο), διότι διακόπτεται η ομαλή ροή της παράστασης και δημιουργείται οχλοβοή. Επίσης, πρέπει ν’ αποφεύγεται η συνεχής ένταση της φωνής, ορισμένων ρόλων, που δημιουργούν εκνευρισμό στην πλατεία.

Η παράσταση διαθέτει αρκετά θετικά στοιχεία, τα οποία με σκληρή δουλειά είναι δυνατό να πολλαπλασιαστούν και οι όποιες αδυναμίες να βελτιωθούν. Το πιστεύω και το ελπίζω, αφού η παραγωγή συνεργάζεται με έμπειρους και αποδεδειγμένα ικανούς συντελεστές: τον ταλαντούχο σκηνοθέτη Μ. Λεζέ, τον μουσικό Σταμάτη Χρήστου, τον σκηνογράφο Χάρη Σεπεντζή και την ενδυματολόγο Μάγδα Παρασκευά. Τους ρόλους αποδίδουν, με καλά και βελτιώσιμα στοιχεία, οι εξής: Κατερίνα Χλόη (Κοκκινοσκουφίτσα), Σούλα Διακάτου (Μητέρα – Γιαγιά), Πέτρος Πέτρου (Παραμυθάς – Κυνηγός – Α΄ Πουλί), Μάνος Αντωνίου (Μάρκος, Β΄ Πουλί).

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: «Κωμωδία στον πλανήτη Δία». Από το θίασο «ΘΕΑΤΡΟΠΑΙΧΝΙΔΙ»

Είχα και εξακολουθώ να έχω την άποψη ότι οι επαγγελματικές παραστάσεις οφείλουν να παίζονται στο φυσικό τους χώρο, που είναι το θέατρο. Τα περιφερόμενα «μπουλούκια» ανήκουν στο χώρο της Ιστορίας του Θεάτρου. Κι όμως ορισμένοι επιμένουν να περιφέρονται από σχολείο σε σχολείο και να δίνουν παραστάσεις, με υποτυπώδη και πενιχρά μέσα, μια και δεν υπάρχουν χρήματα για ενοικίαση αίθουσας, σκηνικά και κοστούμια, για την αμοιβή πολυμελούς επιτελείου ηθοποιών και των άλλων συντελεστών της παράστασης. Η βιοπάλη, λοιπόν, τροχοπέδη στην αισθητική/ καλλιτεχνική ποιότητα; Μπορεί, όμως, και να μην είναι αναγκαίο κακό.

Ο παρουσιαζόμενος θίασος ιδρύθηκε το 1995, είναι οικογενειακός (πατέρας και γιος, ο Ανδρέας και ο Μάξιμος Παπαδόπουλος). Σκηνή; Η αίθουσα ενός Δημοτικού Παιδικού Σταθμού. Σκηνικά; Δυο υφάσματα. Υλικά; Δυο φιγούρες (Πασάς και Χατζηαβάτης) από το Θέατρο Σκιών (χωρίς μπερντέ και σκιές), δυο προβολείς, μαγνητόφωνο, δυο κούκλες (λιοντάρι και ποντίκι, του αισώπειου μύθου), δυο – τρία κοστούμια. Με πολλούς αυτοσχεδιασμούς, με στοιχεία παντομίμας και με κινήσεις και γκριμάτσες κλόουν, με αφηγήσεις παραμυθιών, ως πρόλογο (κάπως εκτενέστερο του δέοντος), ο Γαλακτίνος και Φρουτολίνος προσπαθούσαν – ομολογουμένως με επιτυχία – μέσα από καταστάσεις φαρσοκωμωδίας (και πολύ ιδρώτα), να κρατήσουν την προσοχή και το ενδιαφέρον των λιλιπούτειων θεατών, ηλικίας 2,5 έως 5 χρόνων.

Βασικός θεματικός καμβάς υπήρχε, όπως και μύθος: Το ταξίδι ενός φιλόδοξου ανθρώπου με πύραυλο στον πλανήτη Δία για να κερδίσει χρήματα και δόξα. Τα φιλειρηνικά και κοινωνικά μηνύματα, όμως, δεν έβγαιναν αβίαστα, μέσα από την πλοκή του μύθου και τη δράση των ηρώων, αλλά με ηθικο-διδακτικό διάλογο του Γαλακτίνου με τα προνήπια, προφανώς διότι οι ηθοποιοί υπέθεταν ότι τα νήπια δε θα τα κατανοήσουν. Οι ήρωες, η δράση και ο λόγος τους, αναμφίβολα, αποτελούν πρότυπο για νήπια και παιδιά. Δε χρειάζονται άλλα λόγια, και μάλιστα διαρκούσης της παράστασης. Οι όποιες μεταφυσικές αναφορές, κατά τη γνώμη μου, ήταν παράκαιρες και μη συμβατές με τον ψυχο-πνευματικό κόσμο των νηπίων.

Ιδίως, ο Ανδρέας Παπαδόπουλος διαθέτει υποκριτικές ικανότητες, αεικίνητος και επικοινωνιακός, καθώς είναι, μπορεί να σταθεί επάξια σε επαγγελματικούς θιάσους.

Παραθέτω λίγους στίχους, από τα τραγούδια που ακούστηκαν στην παράσταση: Το ποντικάκι απευθυνόμενο στο λιοντάρι: «Και τώρα άρχοντα τρανέ / ποτέ μη λησμονείς / πως τη βοήθεια ενός μικρού / μπορεί να χρειαστείς.» και «Μωαμεθανοί και Χριστιανοί θα ζουν αρμονικά / και δε θα βλέπουμε ξανά πολέμους και φωτιά. / Ειρήνη θα μοσχοβολά σαν χίλια άσπρα κρίνα / ποτέ δε θα πεθαίνουνε παιδιά από την πείνα».

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 31 other followers