«Ηρακλής μαινόμενος» Εθνικό Θέατρο – Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Ο ΗΜΙΘΕΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟ ΑΠΟΧΩΡΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ ΣΑΝ ΡΑΚΟΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΑ

  • Ηρακλής με μένος, χωρίς λεοντή και μύθο

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Περισσότερο ίσως από κάθε άλλη τραγωδία ο «Ηρακλής μαινόμενος» συνδέεται στην αντίληψή μας με τη νεωτερικότητα του συγγραφέα του. Και τα ανεβάσματά του ήδη από την πρώτη παράσταση του Εθνικού το 1960, και την ανανεωτική τότε ματιά του Τάκη Μουζενίδη, συνεπικουρούν σε αυτό.

Ο Νίκος Καραθάνος (Ηρακλής) και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Μεγάρα) στην παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού

Ο Νίκος Καραθάνος (Ηρακλής) και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Μεγάρα) στην παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού

Σχετικά πρόσφατα είδαμε το έργο από τον Θόδωρο Τερζόπουλο, ενταγμένο στην προσωπική προβληματική του σκηνοθέτη και στα ίχνη του υπαρξιακού δράματος. Κι ύστερα, από τον Αντρέι Σερμπάν, στο Κρατικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης, με άξονα την αντιπαράθεση του παλιού με το νέο στο αξιακό σύμπαν των σοφιστών.

Αυτή όμως η παράσταση του Εθνικού από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό ανήκει, πιστεύω, σε μια τελείως άλλη κλίμακα. Οχι μόνο για την ίδια την ανάγνωση του έργου, στην οποία συμμετέχει ισότιμα και η μετάφραση -η ποιητική ανακάλυψη- του Γιώργου Μπλάνα. Το ενδιαφέρον αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα πορίσματα του σκηνοθέτη εκβάλλουν στην παράσταση του «Μαινόμενου». Η κάθοδος του σκηνοθέτη στο αργολικό θέατρο και η επιτυχία του -επιτυχία πλατιά αν σκεφθεί κανείς τις απαιτήσεις του εγχειρήματος- φέρει, σε συνδυασμό με την περσινή επιτυχία του «Ορέστη» από το Εθνικό, τα στοιχεία ενός ορόσημου.

  • Συλλογικότητα

Ας δούμε ορισμένα μόνο από αυτά τα πορίσματα: Ο Μαρμαρινός ασχολείται σταθερά τα τελευταία χρόνια με κρίσιμα στοιχεία της δημόσιας και ιδιωτικής εμπειρίας. Ενα από αυτά αφορά την αίσθηση της συλλογικότητας που συντίθεται (και που δεν συναθροίζεται απλώς) από ιδιωτικές, «μοναχικές» αντιλήψεις. Μια άλλη έρευνα τον οδηγεί στην αντιμετάθεση Ιστορίας και μνήμης, με την πρώτη σαν επίσημη παραχάραξη της δεύτερης.

Ιδού λοιπόν τα παραπάνω εφαρμοσμένα στον «Ηρακλή μαινόμενο». Στην εντυπωσιακότερη είσοδο των τελευταίων χρόνων, ο θίασος φτάνει στην Επίδαυρο με ένα παλιό λεωφορείο και με λόγια δανεισμένα από το «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Το λεωφορείο θα μείνει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης στο βάθος, με τα φώτα του αναμμένα, σε ετοιμότητα. Δεν παραδίδει μόνο μαζί με τη μυρωδιά από το καμένο ντίζελ μια νέα εικόνα στην Επίδαυρο. Ο ρόλος του -όπως και του θιάσου και της παράστασης- είναι ουσιαστικά παρεμβατικός. Η εικόνα της στάθμευσης απέναντι στην αιωνιότητα του τοπίου.

Και έπειτα ο Μαρμαρινός μελετά χρόνια τη μαρτυρία ενός θεάτρου που δεν ασχολείται με τη μίμηση αλλά με την αφήγηση της πράξης. Ετσι και εδώ: Ο Αμφιτρύων του Μηνά Χατζησάββα αρχίζει την αφήγησή του στον τόνο ενός θελκτικού παραμυθά. Κι ακόμα πιο φανερά στη συνέχεια, στη Μεγάρα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη, το θέατρο αποκτά μια «δεύτερη σκηνή», που φιλτράρει και αναδεικνύει κριτικά το φάσμα του συναισθήματος. Απέναντί τους ο Λύκος του Γιώργου Γάλλου μιλά κι αυτός με τη θεατρικότητα του θρασύδειλου και τον ειρωνικό τόνο του νικητή. Τα μικρόφωνα, φανερά και κρυφά, συνθέτουν ένα σκηνικό «ανάγλυφο» από σκηνικές πόζες, από μονολόγους και κατ’ ιδίαν, σε μια κλίμακα που ξεκινά από το μελόδραμα και καταλήγει στην πιο ειλικρινή εκδήλωση του ανθρώπινου πόνου.

Η σημαντικότερη όμως κατάθεση του «Ηρακλή» είναι βέβαια η παρουσία, η διδασκαλία, η μαρτυρία του Χορού. Με το ένα μισό βυθισμένο στη νατουραλιστική δήλωση των γηρατειών και με το άλλο στην ένταση της νεότητας, ο Χορός αποτελεί μια υπερ-σύνθεση ατομικοτήτων παρά μια χορογραφημένη ομάδα. Σαν κάθε παρέα, είναι ρευστός κι άστατος. Σαν δραματουργική κλεψύδρα ορίζει τις στιγμές με την πείρα της ηλικίας και τον παλμό της νεότητας.

Και σαν κοινωνικός μηχανισμός επιτελεί τη λειτουργία μεταφοράς υλικού της γνώσης από τον ένα πόλο του δυναμικού του στον άλλο. Καθισμένοι στα φτηνά πλαστικά καθισματάκια της Ελένης Μανωλοπούλου, γέροι και νέοι αναλαμβάνουν την εξιστόρηση των άθλων, με την εκφραστική μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού και την εσωτερική ρυθμολογία του Κωνσταντίνου Ρήγου. Δεν έχουμε δει άλλοτε Χορό με τόση αυτοπεποίθηση και γενναιότητα, με τέτοιο χιούμορ και τόση χάρη. Κάποια στιγμή φτάνουν να αυτοϊστορούνται, σπάνε τη φόρμα του χορικού, αυτοσχεδιάζουν. Από εσωτερική ανάγκη.

Σαν μεροκαματιάρης

Η είσοδος του ίδιου του Ηρακλή φέρνει την επόμενη ανατροπή της παράστασης. Δεν είναι που ο Νίκος Καραθάνος δεν διεκδικεί τη σωματική αίγλη του ρόλου. Ο δικός του Ηρακλής επιστρέφει στο σπιτικό του μετά τον τελευταίο άθλο χωρίς τη λεοντή και το μύθο, με την κούραση μεταφερμένη στο βάδισμα ενός μεροκαματιάρη εργοδηγού. Και ύστερα το ίδιο εύκολα, όπως θα αναλάμβανε κάποιο μερεμέτι, αναλαμβάνει την εκδίκηση της οικογένειάς του.

Το πράγμα βέβαια έχει ξεχειλώσει σε μάκρος. Η ανοικονόμητη διόγκωση του πρώτου μέρους έχει τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα. Η ολοκλήρωσή του μάς βρίσκει αληθινά χορτάτους από θέατρο, να διασκεδάζουμε μαζί με τους φίλους μας του Χορού το ένδοξο, αν και εύκολο, θρίαμβο του Ηρακλή.

Κι ωστόσο ανάμεσά μας κινούνται τώρα δύο γυναικείες μορφές. Ενας καγχασμός από την Ιριδα της Στεφανίας Γουλιώτη και ύστερα ένας αλαλαγμός από τη Λύσσα της Θεοδώρας Τζήμου, ψηλά στο «θεολογείο» αξίζουν να εγγραφούν μόνιμα στη συνείδηση της Επιδαύρου. Τι καταλαβαίνει από τη θεϊκή παράβαση ο Χορός των ανθρώπων; Τα φώτα σκοτεινιάζουν και η σκηνή φωτισμένη περιμετρικά από τον Thomas Walgrave αποκτά κάτι από τη μαγεία του σεξπιρικού ονειροδράματος.

Το δεύτερο δράμα -του ανθρώπου- αρχίζει, η Λύσσα φωλιάζει στον Ηρακλή το μένος. Και πράγματι, φρικτά γρήγορα, τρομακτικά εύκολα, ο Αγγελος -πάλι ο Καραθάνος, που συνδέει στο πρόσωπό του την αφήγηση με την εξωσκηνική δράση- έρχεται να ανακοινώσει με το χαρακτηριστικό νατουραλισμό του Ευριπίδη το φόνο των παιδιών του Ηρακλή και της γυναίκας του από τον ίδιο.

Εχθρικός κόσμος

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι το πώς πεθαίνει ένας ημίθεος, αλλά το πώς συνεχίζει να ζει ο άνθρωπος. Μόνη παρηγοριά ο φίλος Θησέας -από τον εξίσου αντιηρωικό Θοδωρή Αθερίδη- και μια πόλη, η Αθήνα, που δέχεται για ικέτη τον πρώην ήρωα. Σε έναν κόσμο εχθρικό και αληθινό, με τους θεούς να δείχνουν τη δύναμή τους μόνο όταν κάνουν κακό, ο πρώην ήρωας φεύγει από τη σκηνή σαν ράκος πίσω από το βασιλιά.

Ο πρώτος του Χορού, Γιάννης Βογιατζής, εκφωνεί το επιμύθιο χωρίς ψευδαίσθηση. Στη σκηνή με τα χέρια σε στάση δέησης απομένει ο Αμφιτρύων. Από τις τρεις γενιές που περπάτησαν στη σκηνή, ο πιο γέρος. Φρικτή κι ανθρώπινη ιστορία να την ιστορείς. Σπουδαία στιγμή για το Εθνικό Θέατρο και για το θέατρό μας εν γένει.*

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.