Η σκοτεινή βάσανος των ψυχών

  • Θεατροποιήσεις στιγματισμένων ηρώων με αναπότρεπτη μοίρα τον γκρεμό

  • Γ. Μ. Βιζυηνος, Το αμάρτημα της μητρός μου, σκην.: Κωστής Καπελώνης, θέατρο: Τέχνης (Υπόγειο)
  • Αντ. και Κ. Κουφαλης, Η πάχνη, σκην.: Τάκης Τζαμαργιάς, θέατρο: Πορεία (2η σκηνή)
  • Μ. Σερμαν, Ιζαντόρα – When she danced, σκην.: Ραζβάν Μαζιλού, θέατρο: Μέλι (ετ. «Πάνδημος Ηώς»)

  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/12/2009

Το τραγικό τέλος παράνοιας του Γ. Μ. Βιζυηνού (1849-1896) υπήρξε ίσως το τίμημα για την, εκτός των άλλων, προδρομική ψυχογραφική πεζογραφία του. Οι ψυχές του είναι βασανισμένες από συμβάντα, δοξασίες ή έθιμα τα οποία, πολλαπλασιασμένα στην πορεία, οδηγούν σε τραγικές απολήξεις. Γι’ αυτόν τον μέγα ανανεωτή, συνδυαστικό λόγιας και δημοτικής γλώσσας, σελίδες σελίδων δεν αρκούν.

Το κορυφαίο διήγημά του «Το αμάρτημα της μητρός μου» (1883), καταχωνιασμένο παρελθόν αθέλητου μητρικού φόνου αφηγούμενου απ’ τον συγγραφέα, θεατροποίησε ως λιτό, ατμοσφαιρικότατο και λυρικό δρώμενο ο Κωστής Καπελώνης, ευαίσθητος χειριστής και των υποβλητικών φωτισμών. Εδειξε τα αφηγούμενα με γοργότητα, συγκίνηση και εξ όνυχος αναπαράσταση πάνω στο εμπνευσμένο πολύχρωμο φόντο (Ν. Αλεξίου). Πολύτιμα και τα έξοχα κομμάτια μουσικής μελαγχολίας (Στ. Σιόλας). Η Μ. Ζαχαρή (μάνα) στον καλύτερο, δραματικού βάθους, ρόλο της καριέρας της, συνοδεύτηκε από τη λίαν ελπιδοφόρα Εύη Οικονόμου (κόρη) και τους Κ. Βελέντζα, Β. Παπακωνσταντίνου, Διον. Κλάδη, Ορφ. Χατζηδημητρίου. Ομως όλο το εγχείρημα ήταν ο Ηλίας Λογοθέτης. Παρά την ταχυλογία του (και η καθαρεύουσα δυσκολεύει ιδίως τους νέους), ταυτίστηκε πλήρως με τον Βιζυηνό. Αυτό που είδαμε ήταν και ένστικτο και τεχνική, και αντικειμενικός λόγος και αιφνίδια μετάπτωση σε ψυχική συμμετοχή, και ακινησία και πανικόβλητη τρεχάλα, και το διήγημα και το θέατρό του. Οφείλουμε να θυμόμαστε αυτόν τον σπουδαίο καλλιτέχνη με τα σπάνια εναλλασσόμενα προφίλ, τη χρυσή απλότητα, την ένταση, τη συντριβή, τέλος τον βαθύ, σπαρακτικό, εκ βαθέων καημό στο τραγούδι του. Μ’ ένα λόγο: συνταρακτικός.

  • «Η πάχνη»

Θεωρώ σημαντική τη σκηνοθετική εργασία του Τάκη Τζαμαργιά στην «Πάχνη» των εκ Καβάλας ορμωμένων αδελφών Αντ. και Κ. Κούφαλη. Δύο νέοι ηθοποιοί, ο Μάνος Καρατζογιάννης και ο Γιώργος Ντούσης, με τη ρωμαλεότητα, την αγριότητα και τις ποικίλες εκφάνσεις αδιεξόδου, πραγμάτωσαν το σκηνοθετικό ντελίριο σκότους, ήχων, καταιγισμών και απόγνωσης στο αρμόδιο σκηνικό του Γιάν. Θεοδωράκη: Ενα ντελίριο που ήταν αναγκαίο για να κρυφτούν όσο γινόταν οι ενδογενείς αδυναμίες ενός φιλόδοξου κειμένου το οποίο, ενώ παρουσιάζεται ως ακραίο, παραληρηματικό, βέβηλο, είναι κατ’ ουσίαν ένα εντυπωσιοθηρικό patchwork με πολλά δάνεια, πάνω σε προβλήματα του περιθωρίου, αντιμετωπισμένα με πρωτοτυπία και γνησιότητα από πολλούς προλαλήσαντες συγγραφείς. Ολες οι «κατάρες» που μπορεί να στιγματίσουν τη νεότητα δίνουν ραντεβού στους δύο νέους αυτού του έργου, το οποίο δεν πείθει και επειδή είναι εμφανώς συμπιληματικό: Αλλού ρεαλίζει, αλλού ποιητικοφέρνει, αλλού προβαίνει σε αιφνίδιες αφαιρέσεις ή καταφεύγει σε φαντασιώσεις, χωρίς να βρίσκει μια συγκεκριμένη υφολογική ρότα. Ακόμη, πάσχει και γλωσσικά: ενώ οι δύο νέοι, επίδοξοι δολοφόνοι των δικών τους, τα ’χουν υποτίθεται «δει» όλα πάνω στο σώμα τους από πολύ νωρίς, ενώ είναι «χαλασμένοι» κι έχουν χάσει κάθε ταυτότητα, ξαφνικά, ανάμεσα στη μόρτικη γλώσσα, παρεμβάλλουν λόγιες εκφράσεις ή λέξεις, επιστημονικούς όρους ή γνώσεις που αδύνατον να τους αναλογούν.

Δεν αρνούμαι τη φιλοτιμία των συγγραφέων, ούτε και τη θεατρική τους παιδεία, όμως κατ’ εμέ, ένα «αμαρτωλά» φορτωμένο κείμενο μπλοφάρει πονηρά και μια παράσταση το μακιγιάρισε όσο καλύτερα μπόρεσε, με πυρετική ανάγνωση και ερμηνευτικό δυναμισμό.

  • «Ιζαντόρα»

Ο Ρουμάνος Ραζβάν Μαζιλού είχε πολύ επιτυχώς σκηνοθετήσει τη Δήμητρα Χατούπη στο «Μαρλέν» (2004-5). Φέτος, ένα ανόητο, ανοικονόμητο, ποιητικοφανές κείμενο του Μάρτιν Σέρμαν, το γέμισε υπερβολές, θεατρινισμούς, ακαλαίσθητα γκροτέσκα έως και… τουρτοπόλεμο, εν μέσω πολυεθνικών (άρα και πολυγλωσσικών) ρόλων γύρω απ’ την εκρηκτική προσωπικότητα της Ισιδώρας Ντάνκαν. Δεν ξέρω ποιος ευθύνεται περισσότερο για τη σύγχυση, την ανία και τη χαμένη βραδιά: το έργο ή το ανέβασμα; Και η μετάφραση πάντως τελούσε εν συγχύσει (Αντ. Γαλέος), καθώς και οι αθώοι ηθοποιοί (φωτεινή παρουσία η Ιρ. Μπόικο). Εντούτοις, το θέατρο που έχει μέσα της η Χατούπη την οδήγησε σ’ έναν αέρινο και παθιασμένο ρόλο με σαφή τη λυρική χειραφέτηση της ηρωίδας. Παρά ταύτα, οφείλει στον εαυτό της να ξεχάσει το γρηγορότερο ως σύνολο αυτή της την πρωτοβουλία. Εμείς που την εκτιμούμε θα το πράξουμε αμέσως.

About these ads

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 30 other followers

%d bloggers like this: