Με Πιραντέλο στην παράδοση του Κουν
- Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
- Ελευθεροτυπία, Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009
Τα σαράντα δημιουργικά χρόνια του στο θέατρο και τα δεκάχρονα του θεάτρου του στα Εξάρχεια γιορτάζει φέτος ο Γιώργος Αρμένης, με μια σειρά παραγωγών που στέκονται στο ύψος και τη γραμμή του δάσκαλου, του Κάρολου Κουν.
Διόλου τυχαία για πρώτη παραγωγή τής σεζόν έχει επιλεγεί το ενενηντάχρονο έργο του Πιραντέλο (1919), που ανήκει και αυτό στο ρεπερτόριο και τον μύθο του Θεάτρου Τέχνης. «Ο Ανθρωπος, το Κτήνος και η Αρετή» είναι από τα έργα που επέβαλαν στη γενική συνείδηση την κυριαρχία του Κουν στην πρόσληψη του Ιταλού δραματουργού, όπως και την ερμηνευτική ιδιοφυΐα ενός σπουδαίου συνεργάτη του Θεάτρου Τέχνης, του Βασίλη Διαμαντόπουλου.
Παρά τη διαχρονική επιτυχία του όμως, το εξπρεσιονιστικό αυτό πόνημα του Πιραντέλο δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει τον ίδιο τον συγγραφέα ή το έργο του. Ανήκει μάλλον στις περιπτώσεις όπου ο δραματουργός αφήνει για λίγο τη δραματική εκδοχή του σολιψισμού για μια περισσότερο ανάλαφρη, λιγότερο λόγια, λαϊκή ανάσα θεατρικής ζωής. Επιστρέφει γι’ αυτό στην παράδοση και το σύμπαν της αυτοσχέδιας κωμωδίας, όπου ανακαλύπτει -και εκεί- το σχήμα της παραδοξότητας, ντυμένο όμως με τα πολύχρωμα ρούχα του γλεντιού. Και φτιάχνει μια φάρσα όπου το παράδοξο περνάει φυσικότατα για λογικό και όπου η ηθική αντιμάχεται με θράσος την αρετή.
Την υπόθεση θα μπορούσε να θαυμάσει η κάθε φάρσα, μόνο που η τυπική ερωτική πλεκτάνη βρίσκεται εδώ αναγραμματισμένη και ανεστραμμένη. Ο σεβαστός καθηγητής Παολίνο διακατέχεται από πόθο για την παντρεμένη και παραμελημένη από το σύζυγό της Αρετή. Το μεταξύ τους μοιραίο έχει συμβεί προ μηνών και απ’ ό,τι φαίνεται έχει μετατρέψει την κατάσταση από γενικώς σε ειδικώς ενδιαφέρουσα. Τώρα ο Παολίνο πρέπει, για το καλό της Αρετής και της ηθικής της, να πείσει τον πλοίαρχο σύζυγό της να θυμηθεί τα συζυγικά του καθήκοντά και να αναλάβει έστω και καθυστερημένα κάποιο μερίδιο ευθύνης από τα τετελεσμένα.
Πρόκειται με άλλα λόγια για απάτη που γίνεται στο όνομα της αρετής και απιστία που υπηρετεί τη συζυγική πίστη. Το πράγμα μπερδεύεται ακόμη περισσότερο όταν, με τη γνωστή μεροληψία του Πιραντέλο, τα πρόσωπα διαχέονται σε κατηγορίες χαρακτηρισμών: ο Ανθρωπος με κεφαλαίο Α είναι ο ανθρωπάκος Παολίνο, κατά περίπτωση θεράπων και κήνσορας της συζυγικής κλίνης. Αρετή, είναι η γυναίκα που μετατρέπεται από αθώα κοπελίτσα σε ερωμένη και αντιστρόφως. Και Κτήνος είναι ο καπετάνιος, ο άλλοτε αγροίκος και άλλοτε θύμα. Μέσα σε αυτή την πληθύ χαρακτηρισμών, το έργο του Πιραντέλο κινείται από την παρωδία στο δράμα και από την ιλαρότητα στην τραγική διαπίστωση της απουσίας ενός σταθερού κέντρου. Κοινός παρονομαστής η υποκρισία, που συγκροτεί και εξυπηρετεί την αστική ηθική.
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Αρμένη κινήθηκε στην κουνική παράδοση του να τονίζονται τα γελοιογραφικά στοιχεία και να οξύνονται οι αιχμές της μπρούτας κωμωδίας. Εκεί οφείλεται και η ελευθεριότητα της διασκευής του Ερρίκου Μπελιέ, που τροφοδοτεί το έργο με το μπαρούτι της επιθεωρησιακής αθυροστομίας. Ωστόσο, ο κίνδυνος του νατουραλισμού αποφεύγεται με μια διαφυγή του ηθοποιού προς το εξπρεσιονιστικό, προς την γκροτέσκο μορφή, που δεν ανήκει σε άλλη πραγματικότητα από την πραγματικότητα της σκηνής. Η Αριέτα Μουτούση μοιάζει κάπως βαριά σαν λαϊκή σουμπρέτα. Ο Πασχάλης Τσαρούχας όμως, κρύβει κάτω από το μπρούτο ύφος την αίσθηση της ανατροπής. Και η υπηρέτρια της Χριστίνας Βαρζοπούλου φέρνει σε πέρας το δύσκολο διπλό ρόλο της υπερβολής και του κοινού νου.
Ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης αποτελούν όμως και οι νέοι ηθοποιοί: Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Χρήστος Κοροβίλας, Στέφανος Μαρκάκης, Σάκης Σιούτης. Ομορφο να ριζώνει και να αναπτύσσεται δίπλα στην παλιά Σχολή ένας φρέσκος τρόπος έκφρασης. *
Νοεμβρίου 7, 2009
* «Ο Ανθρωπος, το Κτήνος και η Αρετή» Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη
* «Φθινοπωρινή ιστορία», θέατρο ΑΛΜΑ
Ρεσιτάλ υποκριτικής
- Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
Ελευθεροτυπία, Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009
Πρόκειται για έξοχο παράδειγμα της γνωστής ρήσης ότι το αληθινά καλό θέατρο δεν γνωρίζει ούτε πατρίδα ούτε εποχή. Αλλιώς, η «Κωμωδία παλιάς μόδας» του Αλεξέι Αρμπούζοφ έρχεται από μια πραγματικά παλιά μόδα και από μια ακόμη παλιότερη ιστορία.
Ο Αλεξέι Αρμπούζοφ υπήρξε τυπικά πολίτης μιας «καινούργιας πολιτείας» που δεν υπάρχει πια, της Σοβιετικής Ενωσης, και τροβαδούρος ενός «μακρινού δρόμου» που δεν οδήγησε πουθενά. Κι όμως, το έργο του διασώζεται σε πείσμα των στοιχείων προέλευσης, ιδεολογικής καταγωγής και ιστορικής αναφοράς του, σε αντίθεση ακόμη και με το ίδιο το όραμα του συγγραφέα του. Ο λόγος είναι απλός. Ο Αρμπούζοφ ξέζεψε κάποια στιγμή το δραματουργικό τρακτέρ της κομματικής πειθαρχίας για να καβαλήσει το μόνιππο της ρωσικής παράδοσης. Η γνώμη μου είναι πως δεν υπήρξε ποτέ κάτι άλλο από σπουδαίος θεατρικός μεταπράτης, θαυμάσιος εκλαϊκευτής του ρωσικού ποιητικού ρεαλισμού και της μυστηριώδους ικανότητας των συγγραφέων του να ανάγουν το κοινότοπο και ταπεινό σε μέγιστο παράδειγμα. Το θέατρο του Αρμπούζοφ όμως κράτησε στις καλύτερες στιγμές του το κεντρικό ίχνος των παραδοτέων ιστοριών, διατήρησε την ιθαγενή τεχνική τού να κλείνεις καταιγίδες στο βυθό λιμνών.
Τώρα, για άλλους λόγους και σε άλλα κανάλια σκέψης, στην άλλη άκρη του κόσμου και της ιστορίας, στην Αμερική, οι συγγραφείς κινήθηκαν πάνω κάτω στην ίδια κατεύθυνση. Αυτός είναι ο λόγος που η «Φθινοπωρινή ιστορία» του Σοβιετικού Αρμπούζοφ, αποκαθαρμένη από τη σοσιαλιστική ιδέα, θυμίζει τόσο πολύ σήμερα αμερικανικό μελόδραμα, με τον απαραίτητο γυναικείο «συμπαθητικό τύπο», τον αστό γιατρό, με τη μοναξιά για φόντο και την ευαισθησία του κόσμου που γέρνει προς το τέλος του. Το μυστικό της επιτυχίας, όμως, βρίσκεται τελικά αλλού: ο Αρμπούζοφ και το θέατρό του απλώθηκαν από τη Σοβιετική Ενωση σε όλο τον κόσμο, κάνοντας πρώτα γκελ στον τοίχο του Πρωταγόρα: μέτρο για τα πάντα, απομένει, τελικά, ο άνθρωπος.
Ονομάζουμε το έργο «μελόδραμα», κρίνοντας από τα αισθήματα που προκαλεί, ωστόσο τα μεγάλα πάθη και οι κρίσεις του είδους απουσιάζουν. Μια πρώην τσιρκολάνα ασθενής θα φέρει στη φθινοπωρινή ζωή του αρχίατρου την αναλαμπή τής περασμένης άνοιξης, την αναταραχή και ανατροπή της απροσχημάτιστης αφέλειάς της. Η ρήξη της με την τάξη του σανατόριου θα προσεγγίσει μια ψυχή που έχει αποτραβηχτεί στον προσχηματικό μισογυνισμό και τον υπηρεσιακό κυνισμό της. Στο τέλος, οι δύο ζωές συγκλίνουν ελαφρά και ακουμπούν στο κοινό στοιχείο των ανθρώπων: όλοι ανήκουμε στο ίδιο πεπρωμένο και μοιραζόμαστε όλοι το ίδιο παρελθόν.
Η σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μιχαλακοπούλου, χωρίς να ταράξει την ισορροπία του έργου, προσπάθησε να μεταδώσει το χαρακτήρα του. Εδωσε αίσθηση ροής στην αποσπασματική, κινηματογραφική του σύνθεση, χρησιμοποίησε έξυπνα το σκηνικό διάδρομο, έφερε στο έργο τη νότα μελαγχολίας και τρέλας του τσίρκου. Κυρίως εκμεταλλεύτηκε το αληθινό στήριγμα του έργου, που είναι βέβαια οι ερμηνείες του. Το υποδόριο χιούμορ του Γιώργου Μιχαλακόπουλου, η μοναδική του ικανότητα να παίζει με τα ημιτόνια, καθώς και η δύναμη της Κατερίνας Μαραγκού στην υποκριτική υπόδειξη αποτελούν τον απόλυτο εγγυητή της επιτυχίας. Ο κύριος αποδέκτης είναι βέβαια το αναμενόμενο μεσοαστικό κοινό του θεάτρου, το ενδιαφέρον ωστόσο σε ένα τέτοιο ρεσιτάλ υποκριτικής, και μάλιστα πάνω στο σταθερό σχήμα του παλιού θεάτρου πρόζας, οφείλει να είναι πλατύτερο. *