- Πολενάκης Λέανδρος
- Η ΑΥΓΗ: 29/11/2009
Η Κική Δημουλά είναι μια σημαντική σύγχρονη Ελληνίδα ποιήτρια. Η ποίησή της, αφαιρετική και λιτή, μας μιλά σε τόνους χαμηλούς σαν μια ελεγεία των μικρών πραγμάτων, για τη ζωή που λιγοστεύει ολοένα γύρω μας. Είναι μια ποίηση σπαραγμάτων μνήμης, όπου μοιάζει να μην συμβαίνει δραματικά τίποτε στην επιφάνεια των λέξεων, οργανωμένων γύρω από το πένθος και την απώλεια για ό,τι αγαπήσαμε και έχει φύγει πια χωρίς επιστροφή.
Στο υπόγειο του “Θεάτρου Τέχνης” δόθηκε μια σειρά παραστάσεων με θεατροποιημένη απαγγελία ποιημάτων της Δημουλά, σε σκηνοθεσία της Μαρίας Ξανθοπουλίδου με ερμηνεύτρια τη χαρισματική νέα ηθοποιό -είχα και άλλες φορές την ευκαιρία να το πω- Λουκία Μιχαλοπούλου.
Προσωπικά πιστεύω ότι η σχεδόν επιτύμβια και επιγραμματική ποίηση της Δημουλά αδικείται όταν επιχειρείται να αποδοθεί δραματικά. Πολύ πιο κοντά στη φύση της θα ήταν η απλή απαγγελία. Η σκηνοθέτιδα θέλησε όμως να προικίσει τον λόγο της ποιήτριας με μία έντονη υποκριτική κινησιολογία, κατά τη γνώμη μου περιττή, καθώς δεν έκανε τίποτε άλλο από το να υπερτονίζει κάθε φορά το αυτονόητο. Οι πλάγιοι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, η μουσική και οι ήχοι (Lolek) εξάλλου, πολύ φοβάμαι ότι ωθούσαν επίσης το πράγμα σε μια συναισθηματική υπερχείλιση, βαρύνοντας υπερβολικά και φορτίζοντας το μετασυγκινησιακό ποιητικό τοπίο της Δημουλά, με πλεονάσματα συγκίνησης.
Η ερμηνεύτρια Λουκία Μιχαλοπούλου πειθάρχησε επαγγελματικά στη σκηνοθεσία, κατόρθωσε όμως με τον μετρημένο και “αποσταγμένο” απέριττο λόγο της να ισορροπήσει την υπερκινητική σκηνοθεσία. Η ίδια σφράγισε την παράσταση με ένα δικό της προσωπικό φινάλε και της έδωσε ψυχή, με τη σύλληψη και απόδοση μιας ακίνητης αλλά ζώσας, εσωτερικά παλλόμενης, έξοχης “επιτύμβιας”, νικήτριας του θανάτου αρχαϊκής μορφής, που γράφεται ανεξίτηλη.
***
Η γραφή του Έντγκαρ Άλαν Πόε, γεμάτη από μακάβριες εικόνες, έρχεται ίσως από το “μαύρο” γοτθικό μυθιστόρημα που αντανακλά την κλασική στάση του αυτοκαταστροφικού, κατά τον Όσβαλντ Σπένγκλερ “ανθρώπου της Δύσης”, απέναντι στο καταλυτικό γεγονός του επικειμένου θανάτου. Έχουμε έτσι μια προσπάθεια υπέρβασης της φρίκης και του τρόμου που μόνο η σκέψη του γεννά, με την ίδια τη φρίκη και τον τρόμο σε υπερθετικό βαθμό μεγεθυμένες, έτσι ώστε να του γίνουν αδιάφορες με την εξοικείωση. Πρόκειται όμως και για κάτι ακόμη. Ο Πόε είναι πριν από κάθε άλλο ένας μεγάλος ποιητής, πράγμα που τον προφυλάσσει απ’ το να εγκλωβιστεί μέσα στα ζοφερά τοπία του πένθους και να χαθεί για πάντα. Ξεπερνά το αυτοκαταστροφικό σύνδρομο και μεταμορφώνει τους τρόμους του σε γνήσια δημιουργία, ή όπως γράφει ο Τζβετάν Τοντόροφ: “Τα υπερθετικά του Πόε απορρέουν απ’ την ίδια γενετική αρχή με τη γοητεία του για τον θάνατο… το επικείμενο του θανάτου δίνει μια νέα λάμψη στις αντανακλάσεις που προηγήθηκαν”.
Είναι αυτό ακριβώς που τον κάνει να διαφέρει από το ξεχασμένο πια “γοτθικό μυθιστόρημα” και από τις χλωμές κινηματογραφικές ή άλλες νεότερες απομιμήσεις του. Παραμένει μια μοναδική περίπτωση συγγραφέα όπου το συμβολικό και το νατουραλιστικό διαπλέκονται στο νήμα της αφήγησής του τόσο πυκνά, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι σε αυτόν ο μύθος εκπροσωπεί μια “σκηνοθετημένη” αλήθεια και η πραγματικότητα το “ασκηνοθέτητο” ψέμα. Η κλασική ψυχαναλυτική προσέγγιση του έργου του δίνει, για τους λόγους αυτούς, μερικές μόνο απαντήσεις στο αίνιγμα της γραφής του, και χρειάζεται να επιστρατεύσουμε τους επιγόνους του Φρόυντ, βλέποντας και εμείς μαζί τους το ασυνείδητο όχι απλώς σαν μια οργανωμένη “γλώσσα” αλλά σαν ένα τρέχον “σενάριο” που είναι συγχρόνως ένα “μοντάζ” και μία “σκηνοθεσία” για να τον κατανοήσουμε πληρέστερα.
Ο γνώστης του έργου του Πόε, συγγραφέας μελετητής και σκηνοθέτης του κινηματογράφου Γιάννης Σολδάτος έγραψε ένα εντελές θεατρικό – ψυχαναλυτικό “σενάριο” με τον τίτλο “Πόε”, μοντάροντας κείμενα του Πόε, με άξονα κεντρικό τη λάμψη της γοητείας που ασκούσε επάνω του ο θάνατος. Όπου πρωταγωνιστούν ο ίδιος, και οι μοιραίες γυναίκες της ζωής του. Ένα έργο – ερέθισμα για μια δημιουργική παράσταση, που ανέλαβε να μεταφέρει στη σκηνή του νέου “Θεάτρου της Μεσογείου” ο Αλμπέρτο Εσκενάζη, σκηνοθετώντας και παίζοντας ο ίδιος τον επώνυμο ρόλο. Τα πλούσια σκηνικά και τα κοστούμια του Μιχάλη Σδούγκου, η χοροκίνηση της Έφης Ζαμπέλη, η μουσική του Στέργιου Σαμαρτζή και οι υποβλητικοί φωτισμοί φτιάχνουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα πένθους, αγωνίας και θλίψης. Ο Εσκενάζη δίνει ρεαλιστικά το τραυματισμένο από αλλεπάλληλες συμφορές “πραγματικό” πρόσωπο του Πόε, “δίνεται” κυριολεκτικά σε αυτό και πείθει για τις προθέσεις του, παρ’ ότι προσωπικά πιστεύω ότι χρειαζόταν κάποια μεγαλύτερη “απόσταση” ανάμεσα στον ποιητή και στα σκιώδη τρεμάμενα είδωλα της φαντασίας του. Οι τέσσερις νέες πολύ όμορφες, “αγαλματώδεις” ηθοποιοί που τον πλαισιώνουν, υπηρετούν δορυφορικά και με συνέπεια την άποψη. (Ευγενία Σβάρνα, Άννα – Μαρία Στεφαδούρου, Χριστίνα Δημητριάδη, Μιχαέλα Κυβεντίδου).
<!–
–>







